Φάλαινα



Φάλαινα
Κοινή ονομασία ή
τοπική ονομασία διφορούμενη :
Η έκφραση « Φάλαινα » χρησιμοποείται στην ελληνική για διάφορα διακριτά τάξα .
Δύο μαύρες φάλαινες.
Σχετιζόμενα τάξα

2 υποτάξεις :

  • Μυστακοκητώδη
  • Ορισμένα Οδοντοκητώδη


Η φάλαινα είναι κητώδες, δηλαδή θαλάσσιο θηλαστικό. Η κοινή ονομασία φάλαινα περιλαμβάνει τα θηλαστικά που ανήκουν στις οικογένειες Φαλαινίδες, Φαλαινοπτερίδες και Φυσητηρίδες. Τα πιο χαρακτηριστικά είδη ανήκουν στην οικογένεια Φαλαινίδες. Παρά το γεγονός ότι έχουν την ανατομία και τα γνωρίσματα των θηλαστικών, η μορφή τους είναι αυτή του ψαριού (σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν θεωρούνται ψάρια). Ο αριθμός των φαλαινών έχει μειωθεί και πολλά είδη απειλούνται με εξαφάνιση, εξαιτίας της εντατικής θήρευσης, για το λίπος, το κρέας, τα οστά και τις μπαλένες τους (ή φαλαίνια).

Πίνακας περιεχομένων

Προέλευση


Όλα τα κητώδη, μεταξύ των οποίων οι φάλαινες, τα δελφίνια, οι φυσητήρες και οι φώκαινες είναι απόγονοι χερσαίων θηλαστικών, που ανήκαν στα Αρτιοδάκτυλα. Σήμερα τα κητώδη και τα αρτιοδάκτυλα μαζί υπάγονται στην υποτάξη Κηταρτιοδάκτυλα, η οποία συμπεριλαμβάνει τις φάλαινες και τους ιπποπόταμους. Στην πραγματικότητα, οι φάλαινες αποτελούν τους κοντινότερους συγγενείς των ιπποπόταμων. Προήλθαν από έναν κοινό πρόγονο, περίπου πριν από 54 εκατομμύρια χρόνια.[1][2] Άρχισαν να κολυμπούν πριν από σχεδόν 50 εκατομμύρια χρόνια.[3]

Τα κητώδη υποδιαιρούνται σε δύο συνομοταξίες:

Περιγραφή


Όπως όλα τα θηλαστικά, οι φάλαινες αναπνέουν με πνεύμονες (γι’ αυτό και υποχρεώνονται να ανεβούν στην επιφάνεια του νερού, για να αναπνεύσουν), είναι ζώα θερμόαιμα, θηλάζουν τα μικρά τους και έχουν (αν και πολύ λίγο) τρίχωμα. Το κεφάλι του ζώου δεν ξεχωρίζει από το υπόλοιπο σώμα και είναι μεγάλο. Στο τεράστιο στόμα της δεν έχει δόντια. Στο πάνω μέρος του κεφαλιού έχει ρουθούνια. Όταν αναδύονται στην επιφάνεια, οι φάλαινες εκκενώνουν τον αέρα που είχαν στους πνεύμονες με πίεση. Για το λόγο αυτό σχηματίζουν πίδακα. Το νερό εκτοξεύεται από μια οπή στο πάνω μέρος του κεφαλιού τους (από δύο οπές στις φάλαινες με μπαλένες). Τα μπροστινά τους άκρα έχουν μετατραπεί σε πτερύγια του θώρακα, ενώ τα πίσω άκρα επέχουν θέση πτερυγίων για την ουρά. Το δέρμα τους είναι ιδιαίτερα λεπτό και προστατεύεται από ένα στρώμα λίπους, το οποίο εκτός των άλλων λειτουργεί και ως αποθήκη ενέργειας. Το γάλα του ζώου περιέχει επίσης λίπος (με περιεκτικότητα περίπου 50%). Η καρδιά τους είναι τετράχωρη.

Η ηλικία τους μπορεί να ξεπεράσει και τα 100 χρόνια.[6] Επιπλέον, έχει βρεθεί φάλαινα , η ηλικία της οποίας υπολογίστηκε στα 211 χρόνια και θεωρείται το γηραιότερο θηλαστικό.[7][8]

Φαλαινοθηρία

Το κυνήγι της φάλαινας με στόχο την αλίευσή της, που γίνεται εδώ και αιώνες, οδήγησε στη δραματική μείωση του πληθυσμού της και έτσι πολλά είδη απειλούνται σήμερα με εξαφάνιση. Για το σκοπό αυτό, ορίστηκαν αυστηροί κανόνες για τη θήρευση αναφορικά με τον επιτρεπτό αριθμό αλλά και τα μέσα που χρησιμοποιούνται.

Επίσης, η Διεθνής Φαλαινοθηρική Επιτροπή εισήγαγε ένα μορατόριουμ 6 ετών στην εμπορική φαλαινοθηρία το 1986, το οποίο έχει επεκταθεί ως τις μέρες μας. Για διάφορους λόγους σε κάποιες χώρες δεν ισχύει το μορατόριουμ αυτό. Σήμερα, οι χώρες που κυνηγούν φάλαινες είναι οι Νορβηγία, Ισλανδία, Ιαπωνία και οι ιθαγενείς κοινότητες στη Σιβηρία, την Αλάσκα και το βόρειο Καναδά.

Είδη


Φαλαινίδες

Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει αρκετά είδη. Τα κυριότερα είναι:

Φαλαινοπτερίδες

Εδώ ανήκει η γαλάζια φάλαινα (Balenoptera musculus), που αποτελεί και το μεγαλύτερο είδος όπως επίσης και το μεγαλύτερο θηλαστικό του κόσμου. Το είδος αυτό έχει μπαλένες και ραχιαίο πτερύγιο. Με μήκος 33 μέτρων και βάρος 150 τόνων, απαντάται στην Αρκτική και στο βόρειο Ατλαντικό. Το δέρμα της μπορεί να τεντώνεται και να μεγαλώνει το στόμα, με τη βοήθεια πτυχών. Η αναπαραγωγή του γίνεται σε πιο θερμές θάλασσες, επειδή το νεογέννητο, που στερείται στρώματος λίπους, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το κρύο.

Φυσητηρίδες

Στην οικογένεια αυτή ανήκουν οι φάλαινες που δεν έχουν μπαλένες αλλά δόντια. Ζουν σε αγέλες, σε θερμές, τροπικές και υποτροπικές θάλασσες. Το γνωστότερο είδος είναι ο φυσητήρας (Physeter macrocephalus), του οποίου το μήκος φτάνει τα 20 μέτρα. Έχει κυλινδρικό ρύγχος, τεράστιο κεφάλι και κολυμπά γρήγορα. Όταν αναδύεται στην επιφάνεια φυσά με μεγάλη δύναμη τον αέρα και τους υδρατμούς από το μοναδικό ρουθούνι που φέρει επάνω στο ρύγχος του, σχηματίζοντας πίδακα. Η τροφή του περιλαμβάνει καλαμάρια και ψάρια. Στα εντόσθιά του υπάρχει μια αρωματική ουσία (άμβρα). Στο ρύγχος του περιέχει λάδι (λίπος), για το οποίο το κυνηγούν. Το λάδι του χρησιμοποιήθηκε ως φωτιστικό μέσο.

Θεωρείται ότι οι φυσητήρες ανήκουν στην οικογένεια των φαλαινών, κυρίως λόγω του σχήματος και του μεγάλου μεγέθους τους - φτάνουν στα δεκαοκτώ μέτρα. Όμως, σε τι διαφέρουν οι φυσητήρες από τις φάλαινες; Οι τελευταίες έχουν φαλαίνια (ή μπαλένες), τις μεγάλες κεράτινες πλάκες μέσω των οποίων φιλτράρεται το νερό που καταπίνουν, μαζί με τα ψάρια και το πλαγκτόν. Οι μπαλένες τούς επιτρέπουν να συγκρατούν την τροφή αποβάλλοντας το νερό.

Ο φυσητήρας, αντίθετα, έχει δόντια, γεγονός που τον κάνει συγγενικό των δελφινιών, χωρίς βέβαια να είναι δελφίνι.

Παραπομπές


  1. Northeastern Ohio Universities Colleges of Medicine and Pharmacy (21 Δεκεμβρίου 2007). «Whales Descended From Tiny Deer-like Ancestors» . ScienceDaily. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2007. 
  2. Dawkins, Richard (2004). The Ancestor's Tale, A Pilgrimage to the Dawn of Life. Boston: Houghton Mifflin Company. ISBN 0-618-00583-8. 
  3. «How whales learned to swim» . BBC News. 8 Μαΐου 2002. Ανακτήθηκε στις 20 Αυγούστου 2006. 
  4. «Anatomy of a Whale's Ears» . Ανακτήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2006. 
  5. «How is that whale listening?» . Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2008. 
  6. «Hunting lance from 1800s found in whale» . Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Δεκεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2007. 
  7. «Bowhead Whales May Be the World's Oldest Mammals» . 15 Φεβρουαρίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 25 Μαρτίου 2008. 
  8. George, J.C. et al. (1999). «Age and growth estimates of bowhead whales (Balaena mysticetus) via aspartic acid racemization». Can. J. Zool. 77 (4): 571–580. doi:10.1139/cjz-77-4-571 . 

Βιβλιογραφία


Εξωτερικοί σύνδεσμοι





Κατηγορίες: Κητώδη


Ημερομηνια: 16.03.2021 01:01:28 CET

πηγή: Wikipedia (συγγραφείς [ιστορία])    Lizenz: CC-BY-SA-3.0

αλλαγές: Όλες οι εικόνες και τα περισσότερα στοιχεία σχεδίασης που σχετίζονται με αυτές, καταργήθηκαν. Μερικά εικονίδια αντικαταστάθηκαν από το FontAwesome-Icons. Ορισμένα πρότυπα καταργήθηκαν (όπως "άρθρο χρειάζεται επέκταση) ή εκχωρήθηκαν (όπως" hatnotes "). Τα μαθήματα CSS καταργήθηκαν ή εναρμονίστηκαν.
Οι συγκεκριμένοι σύνδεσμοι της Wikipedia που δεν οδηγούν σε άρθρο ή κατηγορία (όπως "Redlinks", "links to the edit page", "links to portal") καταργήθηκαν. Κάθε εξωτερικός σύνδεσμος έχει ένα επιπλέον εικονίδιο FontAwesome. Εκτός από μερικές μικρές αλλαγές του σχεδιασμού, καταργήθηκαν τα μέσα πολυμέσων, οι χάρτες, τα πλαίσια πλοήγησης, οι εκφωνούμενες εκδόσεις και οι μικρο-μορφοποιήσεις Geo.

Παρακαλώ σημειώστε: Επειδή το δεδομένο περιεχόμενο λαμβάνεται αυτόματα από τη Wikipedia τη δεδομένη χρονική στιγμή, μια μη αυτόματη επαλήθευση ήταν και δεν είναι δυνατή.
επικοινωνήστε μαζί μας: ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ.
δείτε επίσης: νομική ειδοποίηση & πολιτική απορρήτου.