Ολυμπία



Αυτό το λήμμα αφορά στο ιερό του Διός της αρχαιότητας. Για τον ομώνυμο δήμο της Ηλείας, δείτε: Αρχαία Ολυμπία Ηλείας.
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Αρχαιολογικός Τόπος Ολυμπίας
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Χώρα μέλος Ελλάδα
ΤύποςΠολιτισμικό
Κριτήριαi, ii, iii, iv, vi
Ταυτότητα517
ΠεριοχήΕυρώπη, Ελλάδα
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή1989 (13η συνεδρίαση)


Ολυμπία
37°38′18″N 21°37′51″E
ΧώραΕλλάδα[1]
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Αρχαίας Ολυμπίας
Γεωγραφική υπαγωγήΗλείοι
Υψόμετρο69 μέτρο
Ταχ. κωδ.270 25
Τηλ. κωδ.26240
Ζώνη ώραςUTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)
 Σχετικά πολυμέσα

Η Ολυμπία, υπήρξε το πιο δοξασμένο ιερό της αρχαίας Ελλάδας αφιερωμένο στον Δία. Ήταν ο τόπος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων οι οποίοι τελούνταν στο πλαίσιο των Ολυμπίων, της πιο σημαντικής εορτής των Ελλήνων κατά το μεγαλύτερο διάστημα της αρχαιότητας. Αντίστοιχες γιορτές ήταν τα Πύθια που διοργανώνονταν προς τιμήν του Απόλλωνος στους Δελφούς, τα Ίσθμια προς τιμήν του Ποσειδώνος στον Ισθμό της Κορίνθου και τα Νέμεα, επίσης προς τιμήν του Διός στο ιερό του στη Νεμέα.

Η Ολυμπία ονομαζόταν Άλτις, δηλαδή Ιερό Άλσος. Ήταν κτισμένη στη βόρεια όχθη του ποταμού Αλφειού. Υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από τη Νεολιθική περίοδο. Αρχικά υπήρξε οικισμός αγροτικός και σταδιακά εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο θρησκευτικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Εκεί βρισκόταν για περίπου χίλια χρόνια το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, έργο του Φειδία, το οποίο ήταν γνωστό στην αρχαιότητα ως ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Είχε ύψος 12 μ. και αποτελούνταν από ξύλο εσωτερικά, αλλά χρυσό, ελεφαντόδοντο, ασήμι, ορεία κρύσταλλο και ημιπολύτιμους λίθους εξωτερικά. Η αφετηρία των Ολυμπιακών Αγώνων τοποθετείται στο 776 π.Χ. και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια. Όμως οι Αγώνες τελούνται ήδη πολύ παλαιότερα, διότι σύμφωνα με την παράδοση τους ξεκίνησε ο Πέλοπας, που κέρδισε σε αρματοδρομία τον βασιλιά της Πίσας Οινόμαο. Σταδιακά ανεγέρθηκαν τα διάφορα οικοδομήματα, θρησκευτικού και κοσμικού χαρακτήρα μέχρι να πάρει τον 2ο αι. μ.Χ τη μορφή που έχει σήμερα. Το παλαιότερο κτίσμα είναι ο ναός της Ήρας και το νεώτερο το Νυμφαίο. Στη ρωμαϊκή περίοδο, συμπληρώθηκαν και ανασκευάστηκαν πολλά κτίρια δεδομένου πως οι Ρωμαίοι συνέχισαν τους αγώνες χωρίς διακοπή.

Η λειτουργία του ιερού χώρου συνεχίσθηκε κανονικά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Το 393 μ.Χ. έγιναν οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες και λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Α΄, με διάταγμά του απαγόρευσε οριστικά την τέλεσή τους γιατί θεωρούνταν παγανιστικοί, ενώ επί Θεοδοσίου Β΄, επήλθε η οριστική καταστροφή του ιερού (426 μ.Χ.).[2]

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία


Οι απαρχές της Ολυμπίας είναι ελάχιστα γνωστές. Οι παλαιότερες ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή, ανάγονται στην 4η χιλιετία π.Χ. εξ' αιτίας μεγάλου αριθμού οστράκων που βρέθηκαν στο βόρειο πρανές του Σταδίου. Επιπλέον, στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου, έχουν εντοπιστεί ευρήματα που δείχνουν ότι εκεί αναπτύχθηκαν τα πρώτα ιερά και οι προϊστορικές λατρείες. Για την περίοδο της 3ης χιλιετίας π.Χ., τα ευρήματα εκείνης της περιόδου, που βρέθηκαν είναι ένας μεγάλος τύμβος στα κατώτερα στρώματα του Πελοπίου (2150-2000 π.Χ.) και αψιδωτά κτήρια του οικισμού (2150-2000 π.Χ.).[2]

Τον 10ο αιώνα π.Χ. με 9ο αιώνα π.Χ. διαμορφώνεται ο ιερός χώρος της Άλτεως με την καθιέρωση της λατρείας του Δία. Την περίοδο αυτή, η Ολυμπία γίνεται ένας ιερός τόπος που προσείλκυε πολλούς προσκυνητές. Αυτό το πυκνό ρεύμα των επισκεπτών μαρτυρείται από το μεγάλο πλήθος αναθημάτων που έφταναν στη Ολυμπία όχι μόνο από την γύρω περιοχή αλλά και από τόπους της Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδας.[2] Τον 8ο αιώνα η φήμη της Ολυμπίας μεγάλωσε τόσο ώσπου έφτασε μέχρι την Ανατολή και Μεσοποταμία και μέχρι την Δύση και κάτω Ιταλία. Σημαντικότατη τομή στην ιστορία της Ολυμπίας αποτέλεσε το έτος 776 π.Χ. όπου τότε κατά την παράδοση, ο Σπαρτιάτης Λυκούργος, πρέπει να πραγματοποίησε συμφωνία με τον βασιλιά της Ήλιδος, Ίφιτο, για την τέλεση λατρευτικών εορτών στην Ολυμπία. Μέρος της συμφωνίας ήταν ότι κατά τις εορτές θα επικρατούσε εκεχειρία σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Κατά τον 5ο αιώνα, η αίγλη της Ολυμπίας έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε εκεί να συγκεντρώνονται πολιτικοί, φιλόσοφοι και καλλιτέχνες διότι εκεί έβρισκαν μεγάλο κοινό για την διάδοση των ιδεών τους. Κατά τον 4ο αιώνα, δόθηκε σημασία στην οικοδομική δραστηριότητα για την βελτίωση των εγκαταστάσεων και δημιουργίας χώρων στέγασης των επισκεπτών.

Το 393 μ.Χ. ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α' διέταξε το κλείσιμο όλων των ελληνικών ιερών χωρίς να υπάρχουν πληροφορίες ποιους συγκεκριμένους χώρους εννοούσε. Παρ' όλα αυτά, και τα επόμενα χρόνια ο χώρος παρέμεινε ιδιαίτερα δημοφιλής. Ο χώρος υπέστη αργότερα πολλές καταστροφές από φυσικά αίτια και κατά τον 9ο αιώνα ο χώρος εγκαταλείφθηκε και ερημώθηκε. Με την πάροδο του χρόνου καλύφθηκε πολλά μέτρα κάτω από την γη με την βοήθεια του χειμάρρου Κλαδέου και την διάβρωση του εδάφους του Κρόνιου λόφου.

Αρχαιολογικές ανασκαφές


Η ανακάλυψη της Ολυμπίας οφείλεται στον Άγγλο Ρίτσαρντ Τσάντλερ (Richard Chandler) το 1766 αλλά δεν υπήρξαν ανασκαφές, ενώ την περιοχή επεσκέφθησαν, με αρχαιολογικό ενδιαφέρον, ο Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάν Φωβέλ (πρόξενος της Γαλλίας και απεσταλμένος του κόμης Σουαζέλ Γκουφιέ),[3] και οι Πουκεβίλ (François Pouqueville), Γκέλ (William Gell), Κόκρελ (Charles Robert Cockerell) και Ληκ (William Martin Leake).

Στις 10 Μαΐου 1829, ενάμιση χρόνο μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, Γάλλοι αρχαιολόγοι, η ονομαζόμενη «Επιστημονική Αποστολή του Μωριά», με επικεφαλής τον Λεόν-Ζαν-Ζοζέφ Ντυμπουά (τμήμα Αρχαιολογίας) και τον Γκιγιώμ-Αμπέλ Μπλουέ (τμήμα Αρχιτεκτονικής και Γλυπτικής) έσκαψαν το χώρο για πρώτη φορά. Η αποστολή πέρασε έξι εβδομάδες στο αρχαιολογικό χώρο.[4][5][6] Τα περισσότερα από τα κτίρια αρχικά ήταν αόρατα, διότι, όπως σημείωσε ο Αμπέλ Μπλουέ, έπρεπε να είχαν καλυφθεί από ένα παχύ στρώμα ιζημάτων λόγω των συχνών υπερχειλίσεων των ποταμών Αλφειού και Κλαδέου.[7] Μόνο ένα μεγάλο δωρικό κομμάτι στήλης ήταν ορατό. Είχε ήδη εντοπιστεί από προηγούμενους ταξιδιώτες επειδή οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών είχαν σκάψει τάφους εκεί για να απελευθερώσουν την πέτρα, αλλά κανείς δεν το είχε αποδώσει με βεβαιότητα στο ναό του Δία. Οι Γάλλοι αρχαιολόγοι βρήκαν τμήματα από τις μετόπες του πρόναου και του οπισθόδομου του ναού του Διός, τα οποία μετέφεραν στη Γαλλία με την άδεια της Ελληνικής κυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια.[2][6][8] Τα ευρήματα αυτά εκτίθενται μέχρι σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι. Ο ζωγράφος Αμωρύ-Ντυβάλ (του τμήματος Αρχαιολογίας) έδωσε στα αναμνηστικά του, Souvenirs (1829-1830), μια προσωπική, άμεση και ακριβή μαρτυρία των γεγονότων που οδήγησαν στην ακριβή αναγνώριση και ταυτοποίηση του Ναού του Δία στην Ολυμπία,[5] ο οποίος καθορίστηκε έτσι για πρώτη φορά.[6][9]

1875 - 1881

Η πρώτη μεγάλη ανασκαφή στην Ολυμπία ξεκίνησε το 1875 χρηματοδοτούμενη από το Γερμανικό Κράτος. Επικεφαλής της αρχαιολογικής αποστολής ήταν ο γερμανός αρχαιολόγος Ερνστ Κούρτιους. Υπεύθυνοι για τη ανασκαφή ήταν επίσης οι Γκούσταβ Χίρσφελντ, Γκεόργκε Τρόι και Άντολφ Φουρτβένγκλερ οι οποίοι εργάστηκαν μαζί με τους αρχιτέκτονες Άντολφ Μπέττιχερ, Βίλελμ Ντέρπφελντ και Ρίχαρντ Μπόρμαν.

Ανέσκαψαν το κεντρικό μέρος του ιερού της Άλτεως, συμπεριλαμβανομένου του Ναού του Δία, του Ναού της Ήρας, του Μητρώου, του Βουλευτηρίου, της Στοάς της Ηχούς, των Θησαυρών, του Πρυτανείου και της Παλαίστρας. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών αυτών βρέθηκαν σημαντικά ευρήματα μεταξύ αυτών η Νίκη του Παιωνίου και ο Ερμής του Πραξιτέλους. Συνολικά 14.000 αντικείμενα καταγράφηκαν τα οποία στεγάστηκαν στο Αρχαιολογικό μουσείο.

1900 - 1950

Πιο περιορισμένες ανασκαφές συνεχίστηκαν από τον Ντέρπφελντ κατά τα έτη 1908 με 1929, αλλά οι εργασίες επισπεύθηκαν το 1936 με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου.

1950 έως σήμερα

Κατά τα έτη 1952 με 1966 οι Έμιλ Κούντσε και Χανς Σλάιφ συνέχισαν τις ανασκαφές του 1936, μαζί με τον αρχιτέκτονα Άλφρεντ Μάλβιτς. Ανέσκαψαν το εργαστήριο του Φειδία, το Λεωνιδαίο και το βόρειο τείχος του σταδίου όπως επίσης και την νοτιοανατολική περιοχή του ιερού. Επίσης τα έτη 1972 με 1984 ο Άλφρεντ Μάλβιτς βρήκε στοιχεία και ημερομηνίες από το στάδιο, τάφους και από το Πρυτανείο. Από το 1984 μέχρι το 1996, ο Χέλμουτ Κιριελάϊς συνέχισε τις ανασκαφές στο Πρυτανείο και Πελόπιον, βρίσκοντας πληροφορίες για την ιστορία του ιερού. Παράλληλα, έγιναν έρευνες για την ιστορία του ιερού στην εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με διεύθυνση του Ulrich Si.

Αξιοσημείωτα κτήρια


Τα πιο σημαντικά μνημεία και κτήρια του χώρου της αρχαίας Ολυμπίας είναι:[10]

Δείτε επίσης


Παραπομπές


  1. archINFORM. 8071 . Ανακτήθηκε στις 6  Αυγούστου 2018.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Ιστορία της Ολυμπίας - από τον κόμβο Οδυσσεύς του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού
  3. Ράνια Πολυκανδριώτη στην Καθημερινή, 31/4/1996
  4. Γιάννης Σαΐτας et al., Το έργο της γαλλικής επιστημονικής αποστολής του Μοριά 1829-1838, Επιμέλεια Γιάννης Σαΐτας, Εκδόσεις Μέλισσα, 2011 (Μέρος Α΄) - 2017 (Μέρος Β΄)
  5. 5,0 5,1 Εζέν Εμανυέλ Αμωρύ Ντυβάλ (Eugène Emmanuel Amaury Duval, ζωγράφος, μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής), Souvenirs (1829-1830), Librairie Plon, E. Plon, Nourrit et Cie, imprimeurs-éditeurs, Paris, 1885.
  6. 6,0 6,1 6,2 Γκιγιώμ-Αμπέλ Μπλουέ, Expedition scientifique de Morée ordonnée par le Gouvernement Français ; Architecture, Sculptures, Inscriptions et Vues du Péloponèse, des Cyclades et de l'Attique (1831) par MM. Abel Boulet, Amable Ravoisié, Achille Poirot, Félix Trézel et Frédéric de Gournay, Firmin Didot, Paris. Τόμος A', σελ. 56.
  7. Γκιγιώμ-Αμπέλ Μπλουέ, Expedition scientifique de Morée ordonnée par le Gouvernement Français ; Architecture, Sculptures, Inscriptions et Vues du Péloponèse, des Cyclades et de l'Attique (1831) par MM. Abel Boulet, Amable Ravoisié, Achille Poirot, Félix Trézel et Frédéric de Gournay, Firmin Didot, Paris. Τόμος A', σελ. 58.
  8. "Τα γλυπτά", in Το έργο της γαλλικής επιστημονικής αποστολής του Μοριά 1829-1838, Επιμέλεια Γιάννης Σαΐτας, Εκδόσεις Μέλισσα, 2011 (Μέρος Α΄) - 2017 (Μέρος Β΄)
  9. Χάρτης της τοποθεσίας του Ναού του Δία στην Ολυμπία στο Γκιγιώμ-Αμπέλ Μπλουέ, Expedition scientifique de Morée ordonnée par le Gouvernement Français ; Architecture, Sculptures, Inscriptions et Vues du Péloponèse, des Cyclades et de l'Attique (1831) par MM. Abel Boulet, Amable Ravoisié, Achille Poirot, Félix Trézel et Frédéric de Gournay, Firmin Didot, Paris.
  10. Τα μνημεία της Ολυμπίας - από τον κόμβο Οδυσσεύς του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού
  11. 11,0 11,1 Jennie Hall (1875-1921), επιμ. (1922). Buried cities (στα Αγγλικά). Νέα Υόρκη: The Macmillan Company. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2009. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι





Κατηγορίες: Αρχαία Ολυμπία | Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς στην Ελλάδα | Πόλεις της αρχαίας Ηλείας | Αρχαιολογικοί τόποι στην Ηλεία | Δήμος Αρχαίας Ολυμπίας


Ημερομηνια: 15.03.2021 06:50:41 CET

πηγή: Wikipedia (συγγραφείς [ιστορία])    Lizenz: CC-BY-SA-3.0

αλλαγές: Όλες οι εικόνες και τα περισσότερα στοιχεία σχεδίασης που σχετίζονται με αυτές, καταργήθηκαν. Μερικά εικονίδια αντικαταστάθηκαν από το FontAwesome-Icons. Ορισμένα πρότυπα καταργήθηκαν (όπως "άρθρο χρειάζεται επέκταση) ή εκχωρήθηκαν (όπως" hatnotes "). Τα μαθήματα CSS καταργήθηκαν ή εναρμονίστηκαν.
Οι συγκεκριμένοι σύνδεσμοι της Wikipedia που δεν οδηγούν σε άρθρο ή κατηγορία (όπως "Redlinks", "links to the edit page", "links to portal") καταργήθηκαν. Κάθε εξωτερικός σύνδεσμος έχει ένα επιπλέον εικονίδιο FontAwesome. Εκτός από μερικές μικρές αλλαγές του σχεδιασμού, καταργήθηκαν τα μέσα πολυμέσων, οι χάρτες, τα πλαίσια πλοήγησης, οι εκφωνούμενες εκδόσεις και οι μικρο-μορφοποιήσεις Geo.

Παρακαλώ σημειώστε: Επειδή το δεδομένο περιεχόμενο λαμβάνεται αυτόματα από τη Wikipedia τη δεδομένη χρονική στιγμή, μια μη αυτόματη επαλήθευση ήταν και δεν είναι δυνατή.
επικοινωνήστε μαζί μας: ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ.
δείτε επίσης: νομική ειδοποίηση & πολιτική απορρήτου.