Μακεδονικός Αγώνας



Μακεδονικός Αγώνας
Γλωσσικές και θρησκευτικές κοινότητες της Μακεδονίας σε Αυστριακό εθνογραφικό χάρτη του 1899.
Χρονολογία1904–1908
ΤόποςΜακεδονία
ΈκβασηΟι συγκρούσεις σταμάτησαν μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων
Αντιμαχόμενοι

Οθωμανική Αυτοκρατορία

Ηγετικά πρόσωπα
Αμπντούλ Χαμίτ Β΄
Χιλμή πασάς
Δυνάμεις
2.000 ένοπλοι (στην ακμή) (η συντριπτική πλειοψηφία τους Μακεδόνες)[1]
Δεν υπάρχει σαφής εκτίμηση, αλλά πάνω από 20.000 (4.000 κομιτατζήδες μόνο στις περιοχές Δοϊράνης - Γευγελής)[2]
Απολογισμός
Νεκροί: 700 ένοπλοι
1.250 άμαχοι[1]

Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν μία σειρά συγκρούσεων μεταξύ κυρίως ελληνικών και βουλγαρικών ένοπλων σωμάτων που διεξήχθη από το 1904 ως το 1908 στην περιοχή της Μακεδονίας (τότε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) με σκοπό τον εθνικό προσεταιρισμό των κατοίκων της περιοχής, ιδίως των σλαβόφωνων Χριστιανών.[3] Δευτερευόντως συμμετείχαν στις συγκρούσεις αυτές σερβικές και ρουμανικές ένοπλες ομάδες.[εκκρεμεί παραπομπή] Η ελληνική ένοπλη παρέμβαση στη Μακεδονία ξεκίνησε στην ευνοϊκή για την Ελλάδα συγκυρία που προέκυψε μετά την αποτυχία της εξέγερσης του Ίλιντεν το 1903 και εντάθηκε μετά το θάνατο του Παύλου Μελά τον Οκτώβριο του 1904.[4] Σταδιακά τα ελληνικά σώματα κατάφεραν να επικρατήσουν, αλλά η ένοπλη τους δράση τερματίστηκε με την Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908.

Πίνακας περιεχομένων

Η κατάσταση στη Μακεδονία


Κύριο λήμμα: Μακεδονικό ζήτημα

Ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας είχε αρχίσει συγχρόνως με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Οι εξεγέρσεις όμως του Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική, της Νάουσας με το Ζαφειράκη Θεοδοσίου το 1822 καθώς και η αποτυχημένη Επανάσταση του Λιτοχώρου το 1878 είχαν καταπνιγεί από τους Τούρκους.[5] Με την ίδρυση του μικρού ελληνικού Βασιλείου, μόνιμη επιδίωξη των Ελλήνων ήταν η τύχη των υπόδουλων που ήταν υπό τον οθωμανικό ζυγό.

"Ο Σουλτάνος τελικά έδινε δικαίωμα στη νέα Εκκλησία, εφόσον είχε στο εκκλησίασμα την πλειοψηφία των 2/3 να ιδρύσει Μητρόπολη και αν είχε το 1/3 τουλάχιστον να κατέχει μια εκκλησία....[6]
«Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο».

ΑΡΘΡΟ Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο σουλτάνος για τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας

Όμως για δεκαετίες παρέμενε αποκομμένη από το ελληνικό βασίλειο.α[›] Το Ελληνικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά από εμπόδια:

α) τη γεωγραφική απόσταση

β) την αρνητική διπλωματική συγκυρία : οι επαναστατικές κινήσεις των ετών 1839-1840, 1854 και 1867 ναυάγησαν επειδή η ελληνική πλευρά πίστευε πως θα εκβίαζε την ενσωμάτωση της Μακεδονίας αν την ενέτασσε στις διεθνείς κρίσεις της περιόδου: Τουρκοαιγυπτιακός πόλεμος (1839–41), Κριμαϊκός πόλεμος, Κρητική Επανάσταση, με σύμμαχο την ομόδοξη Ρωσία.

Ένα από τα διατάγματα ίδρυσης της Βουλγαρικής Εξαρχίας ήταν, και το πλέον επίμαχο σημείο, ο τελευταίος όρος που επέτρεπε την επέκταση της Εξαρχίας για δημιουργία επισκοπικών περιφερειών εφόσον «το όλον, ή τουλάχιστον τα δύο τρίτα των ορθοδόξων κατοίκων, θέλουν να υπόκεινται εις την βουλγαρικήν εξαρχίαν».[7]α[›]Αυτός ο όρος ήταν τελικά η αιτία να ακολουθήσουν στη συνέχεια βουλγαρικές θηριωδίες σε βάρος ομόθρησκων λαών, Ελλήνων και Σέρβων, ειδικότερα σε χωριά της Μακεδονίας, στην προσπάθειά τους ν΄ αποσπάσουν δηλώσεις των δύο τρίτων των κατοίκων ότι είναι «Εξαρχικοί», αλλοιώνοντας με τον τρόπο αυτό το φρόνημα των κατοίκων, φθάνοντας έτσι στον Μακεδονικό Αγώνα και όχι μόνο.

Η εντεινόμενη βουλγαρική τρομοκρατία οδήγησε την περιοχή της Μακεδονίας να τεθεί υπό διεθνή Επιτροπεία μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878), και Γάλλοι, Ρώσοι και Αυστριακοί στρατιωτικοί ανέλαβαν καθήκοντα παράλληλης διοίκησης με τους Οθωμανούς. Οι Γάλλοι και Αυστριακοί προωθούσαν τις ουνιτικές ιεραποστολές στην Κεντρική Μακεδονία εποφθαλμιώντας τη Θεσσαλονίκη, ο καθένας για λογαριασμό του, ενώ οι Ρώσοι υποστήριζαν φανερά τις βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Η Υψηλή Πύλη αδυνατούσε να παρέμβει δραστικά στις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι την περίοδο εκείνη προσπαθούσαν αφενός να στρέφουν τις ευρωπαϊκές και οθωμανικές στρατιωτικές διοικήσεις κατά των αντιπάλων τους, και αφετέρου να συνεργάζονται με όποιες απ' αυτές ήταν δυνατό, ενώ παράλληλα το Ηνωμένο Βασίλειο υπέσκαπτε με κάθε τρόπο την ενδεχόμενη ελληνο-βουλγαρική συνεργασία, φοβούμενη την εκμετάλλευσή της από τη Ρωσία.

Στα ορεινά και στις πιο απομονωμένες περιοχές υπήρχαν ελεύθερα χωριά, φτωχά και με άγονη γη. Πλήρωναν μόνο φόρους στους Οθωμανούς και ήταν στο έλεος ληστρικών συμμοριών όταν δεν ανέθεταν την ασφάλειά τους σε τοπικούς λήσταρχους. Οι πιο δραστήριοι ήταν εποχιακοί εργάτες, καρβουνιάρηδες ή ξυλοκόποι, ενώ άλλοι αναγκάζονταν να στραφούν στη ληστεία, επάγγελμα αρκετά αποδοτικό εκείνη την εποχή.[8] Τόπος χωρίς οδικό δίκτυο και με περιοχές τελείως απομονωμένες η μια από την άλλη με έλλειψη ασφάλειας, σύντομα θα υποστεί τη βουλγαρική προπαγάνδα που θα κυριαρχήσει με την τρομοκρατία.[9] Έτσι αναδεικνύονται πρωτοκλασάτα στελέχη, αρχικά της ΕΜΕΟ ο Τσακαλάρωφ στο Σμαρδέσι, ο Μήτρε Βλάχος στο Μακροχώρι Καστοριάς και ο Λαζάρ Ποπτράϊκωφ στο Δενδροχώρι.

Το 1893 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η οργάνωση Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) με επίσημο σκοπό το συντονισμό των προσπαθειών των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας για την απελευθέρωσή τους από τον οθωμανικό ζυγό. Η οργάνωση αναφερόταν γενικά στα δικαιώματα του "Μακεδονικού λαού" χωρίς εθνικές ή δογματικές διακρίσεις, δηλώνοντας "σταθερά ενωτική" και "μαχητικά αντισωβινιστική".

Στην πραγματικότητα ήταν μία βουλγαρική εθνικιστική οργάνωση με μυστική ατζέντα τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και την απόσχισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ενδιάμεσο στάδιο πριν την τελική ένωσή της με τη Βουλγαρία. Η διαδικασία του εκβουλγαρισμού ήταν μεθοδική και είχε προσεκτικά σχεδιαστεί ώστε να κλιμακωθεί σταδιακά, με πρώτο στάδιο τον εξαναγκασμό του συνόλου του ρευστής εθνικής συνείδησης χριστιανικού πληθυσμού να εκκλησιάζεται σε εκκλησίες που θα υπάγονταν στην Βουλγαρική Εξαρχία αντί στις υπάρχουσες, οι οποίες υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν σε όλη τη Μακεδονία πολυάριθμες εξαρχικές εκκλησίες. Σ' αυτές, ο εκκλησιασμός γινόταν στη βουλγαρική γλώσσα και τα ονόματα των βαπτιζομένων ήταν βουλγαρικά. Σε δεύτερη φάση το κομιτάτο άρχισε να ιδρύει πολυάριθμα σχολεία στα οποία τα παιδιά θα διδάσκονταν τη βουλγαρική γλώσσα και θα κατηχούνταν πλέον εθνικά.

Η δράση του κομιτάτου αρχικά είχε κάποια επιτυχία αλλά σύντομα έγιναν αντιληπτά τα πραγματικά του κίνητρα, όταν ένοπλες ομάδες του (κομιτατζήδες) άρχισαν να εκτελούν και να βασανίζουν ιερείς, δασκάλους, τοπικές προσωπικότητες, αλλά και απλούς πολίτες που αρνούνταν το συγκεκαλυμμένο αυτό εκβουλγαρισμό, που εντάθηκε κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας (1902-1903)γ[›] για την Εξέγερση του Ίλιντεν. Αυτό αφύπνισε την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Κατόπιν δραματικών εκκλήσεων του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού, ο οποίος είχε αρχίσει ήδη να οργανώνει τοπικά τμήματα αυτοάμυνας σε Καστοριά και Φλώρινα, ιδρύθηκε στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο[10] υπό τον δημοσιογράφο Δημήτριο Καλαποθάκη. Ενδεικτικό των συνθηκών είναι ότι ίδιος ο μητροπολίτης είχε αναγκαστεί να περιέρχεται τους ναούς των χωριών της περιφέρειάς του και να εκκλησιάζει με το όπλο του παρά πόδα (λόγω των αλλεπάλληλων απειλών κατά της ζωής του), σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τονώσει το ηθικό των τρομοκρατημένων πιστών. Ακολούθησαν κάποιες αποστολές ελληνικών ένοπλων σωμάτων (κατά κύριο λόγο Κρητών και Μανιατών εθελοντών) στη Μακεδονία. Η επίσημη εμπλοκή του Ελληνικού κράτους στα Μακεδονικά πράγματα πραγματοποιήθηκε μετά τον Ιανουάριο του 1904, όταν ο οπλαρχηγός Κώττας Χρήστου, επικεφαλής αντιπροσωπείας των Κορεστείων, συναντήθηκε με το διάδοχο Κωνσταντίνο.[11] Αλλά οι εθελοντές και συνεπακόλουθα τα τμήματα πολλαπλασιάστηκαν θεαματικά μετά την πανελλήνια συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατος του Παύλου Μελά το 1904.

Χαρακτηριστικό της εποχής είναι το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι της επαρχίας Παιονίας στο σλαβικό τοπικό ιδίωμα:[12]

Να Γκραντάτς πούκαϊα,
να Γκουμέντσα σλούσαϊα.
Γκ'ρτσοι αντάρτσοι φ'ρλια,
Μπουγκάρτσκι κούτσινια πάγκιατ.
Μόμιτε σε σμέια
πισκέσιε να Γκ'ρτσιτε.
Γκ'ρτσιτε σε μόλια:
Μπουγκάριν ντα ζακόλια,
Μπουγκάριν ντα ζακόλια,
Κρ'φτα ντα μα πία,
Κρ'φτα ντα μα πία,
ζέμια Γκ'ρτσια ντα ισμία.
Στο Γκαντάτσι (κορυφή του Πάικου) πυροβολούσαν,
στη Γουμένισσα ακούγαν.
Έλληνες αντάρτες ρίχναν,
Βουλγάρικα σκυλιά πέφταν.
Τα κορίτσια κουβαλούσαν
δώρα στους Έλληνες.
Οι Έλληνες (αντάρτες) παρακαλούσαν:
Βούλγαρο να σφάζαν,
Βούλγαρο να σφάζαν,
το αίμα του να πίναν,
το αίμα του να πίναν,
την Ελληνική γη να καθαρίζαν.
«Όλες οι παρατάξεις που διαφιλονικούν τη Μακεδονία, ανασυγκροτούν με τη σειρά τους η καθεμιά, την ιστορία τής χώρας αυτής και αντλούν απ΄ αυτήν την αναντίρρητη απόδειξη δικαιωμάτων τους, συσκοτίζοντας τις παρελθούσες βασιλείες των ανταγωνιστών τους και φωτίζοντας μονάχα την επέκταση του δικού τους λαού». Σχόλια του Βικτόρ Μπεράρ για το βιβλίο του Γκόπτσεβιτς (Goptechewitch) Makedonien und Alt Serbien, Βιέννη, Scidul, 1889.

Βικτόρ Μπεράρ, Οδοιπορικό στη Μακεδονία (1891-1893).[13]

Κομιτατζήδες


Κύριο λήμμα: Κομιτατζής

Κύριοι αντίπαλοι των ελληνικών ενόπλων σωμάτων ήταν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες. Το «Μακεδονικό Κομιτάτο» είχε από νωρίς οργανώσει ένα δίκτυο από παραστρατιωτικές ομάδες, οι άντρες των οποίων είχαν επιδοθεί σε ένα όργιο βίας και τρομοκρατίας του ελληνικού και όχι μόνο στοιχείου της Μακεδονίας (ενδεικτικά το 1903, μόνο στη Θεσσαλονίκη είχαν προβεί σε βομβιστικές επιθέσεις κατά της Μητρόπολης και άλλων κτηρίων ελληνικών ιδιοκτησιών, αλλά και στην ανατίναξη του γαλλικού πλοίου Γκουανταλκιβίρ και της Οθωμανικής Τράπεζας).

Ο όρος κομιτατζήδες στη Μακεδονία χρησιμοποιούταν για να χαρακτηρίσει τους εξαρχικούς ελληνικής καταγωγής που μεταστράφηκαν και υπηρετούσαν τους σκοπούς της Βουλγαρίας, διαχωρίζοντάς τους έτσι από τους καθαυτό Βούλγαρους.[14]

Σημαντικά στελέχη των Κομιτατζήδων ήταν ο ιδρυτής τους Γκότσε Ντέλτσεφ (ετιμάτο ως εθνικός ήρωας στη Βουλγαρία μέχρι το 1946 όταν με την αλλαγή της πολιτικής της Βουλγαρίας στο Μακεδονικό, το μουσείο του έκλεισε και τα περιεχόμενα του μαζί με τα οστά του μεταφέρθηκαν στα Σκόπια της νεοϊδρυθείσας ΓΔΜ), ο Αποστόλ Πέτκωφ, ο Νίκολα Κάρεφ, ο Γιάνε Σαντάνσκι κ.α.

Ενόψει της προετοιμασίας της Εξέγερσης του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903) χρίζονται οι τοπικοί ηγέτες[15] και τέλος του Αυγούστου 1902 πραγματοποιείται στο Σιδηροχώρι Καστοριάς συνάντηση του απεσταλμένου του Τσόντσεφ από το περιβάλλον της βουλγαρικής ανωτάτης αρχής Γιάγκωφ με τους τοπικούς ηγέτες, που δηλώνουν ότι δεν είναι έτοιμοι για μια τέτοια εξέγερση, αντιδρώντας μερικοί και στη βουλγαρική πρωτοβουλία.[16] Ένα μήνα περίπου μετά την εξέγερση καίγονται τα περισσότερα χωριά από τους Οθωμανούς, μερικά ολοσχερώς και τον Οκτώβριο του 1904 σκοτώνεται στη Στάτιστα ο Παύλος Μελάς. Με το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 αναστέλλεται[17] κάθε εμπόλεμη δραστηριότητα μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913.

Ως απάντηση στο Βουλγαρικό Μακεδονικό Κομιτάτο δημιουργήθηκε στην Αθήνα το Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο. Υπό την προεδρία του Δημητρίου Καλαποθάκη, διευθυντού της εφημερίδας "Εμπρός", και με τη συμμετοχή του Στέφανου Δραγούμη, στρατολογούσε εθελοντές για την υπεράσπιση της Μακεδονίας. Έτσι στα μακεδονικά βουνά παρουσιάστηκαν Έλληνες αγωνιστές απ' όλα τα μέρη της τότε Ελλάδας για την υπεράσπιση του ελληνικού μακεδονικού πληθυσμού.[18]

Ο Μακεδονικός Αγώνας ξεκίνησε από την περιοχή της Καστοριάς (ειδικότερα στα Κορέστεια) και περί το τέλος του είχε επεκταθεί σ΄ όλη τη σημερινή Μακεδονία, μέχρι και των περιοχών του Μοναστηρίου, Γευγελής, Δοϊράνης κ.λ.π. Σκοπός των αντιπάλων ήταν ο εκφοβισμός ή η εξόντωση των αντίθετων στοιχείων και ο προσεταιρισμός του πληθυσμού προς την Βουλγαρική και την Ελληνική Εκκλησία και εθνικό φρόνημα, δράση η οποία γρήγορα εξελίχθηκε σε αγώνα αλληλοεξόντωσης των εκατέρωθεν ενόπλων τμημάτων.

Μακεδονομάχοι


Κύριο λήμμα: Μακεδονομάχοι

Η ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα, που αποτελεί μέρος οργανικό της εθνικής ιστορίας της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, αφορά κυρίως στον επηρεασμό και τη στήριξη του φρονήματος των σλαβοφώνων υπέρ της Ελλάδας ή της Βουλγαρίας.[19] Οι σλαβόφωνοι, οι οποίοι εκτός από τη μητρική τους γλώσσα ομιλούσαν πολλοί και την ελληνική ή και την τουρκική, περισσότερο οι άνδρες, και ήσαν έως τότε προσηλωμένοι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, την πηγή των στοιχείων που συνιστούσαν την ταυτότητά τους, βρέθηκαν στο επίκεντρο σκληρών εθνικών συγκρούσεων που αποσκοπούσαν στην ένταξή τους στη μια ή την άλλη πλευρά.[20]

Υπό τις συνθήκες αυτές πολυάριθμοι κυρίως νεαροί, Έλληνες αξιωματικοί προσφέρθηκαν παραιτούμενοι από τον Ελληνικό Στρατό να τεθούν επικεφαλής των ανταρτικών ομάδων και των επαναστατικών σωμάτων για την προστασία του ελληνικού πληθυσμού. Τον αγώνα τους συντόνισαν ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ο μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο Ίων Δραγούμης από το προξενείο της Ελλάδας στο Μοναστήρι, ο Λάμπρος Κορομηλάς από το προξενείο της Θεσσαλονίκης και ο δημοσιογράφος Δημήτριος Καλαποθάκης από την Αθήνα.

Άλλοι σημαντικοί Μακεδονομάχοι οπλαρχηγοί ήταν οι: Άρμεν Κούπτσιος, Τέλλος Άγρας, καπετάν Αμύντας (κατά κόσμον Νικόλαος Δουμπιώτης), Μιχαήλ Σιωνίδης, Λουκάς Κόκκινος, Κωνσταντίνος Ρίζος, Γεώργιος Μόδης, Γεώργιος Γιώτας, Κωνσταντίνος Χρήστου, Ευάγγελος Νάτσης, Φιλόλαος Πηχεών, Ιωάννης Ράλλης, Σταύρος Ρήγας, Δούκας Γαϊτατζής, Θεοχάρης Κούγκας, Μανώλης Ξυλούρης-Τζιτζής, Κωνσταντίνος Μαζαράκης, Κωνσταντίνος Γαρέφης, Γεώργιος Παπαστεφάνου, Λαμπρινός Βρανάς, Στέφανος Παπαγάλος, Γεώργιος Δικώνυμος, Χρήστος Βέσκος, Νικόλαος Τσοτάκος, Γεώργιος Ζουρίδης, Χρήστος Δρεμλής, Γεώργιος Σεϊμένης, Αριστείδης Μαργαρίτης, Ζαχαρίας Παπαδάς, Παύλος Κύρου, Γεώργιος Γιαγκλής, Γεώργιος Στρατινάκης, Αριστείδης Κιτράκης, Γεώργιος Κακουλίδης, Νικόλαος Ρόκας, Χρυσόστομος Χρυσομαλλίδης κ.ά.

Όχι μόνον από την Κρήτη αλλά και από τη Μάνη είχε συγκροτηθεί σώμα από μερικές δεκάδες εθελοντές υπό τον Αντώνιο Βλαχάκη (Καπετάν Λίτσα) με οπλαρχηγούς, μεταξύ άλλων, τον Ευάγγελο Μπαϊρακταρέα (Καπετάν Ακίλλα) και τους εξαδέλφους Λεωνίδα και Παναγιώτη Πετροπουλάκη από το Γύθειο. Οι τρεις αυτοί μαζί με άλλους εννέα αγωνιστές είχαν ηρωικό θάνατο σε μάχη κατά Τούρκων και Βουλγάρων στο χωριό Οσνίτσανη (Καστανόφυτο). Σχετικά με αυτή τη μάχη υπάρχει το εξής τραγούδι σε ύφος δημώδες:[21]

Σάββατο βράδυ είμαστε κοντά σε μοναστήρι
Κι’ ο Λίτσας ήταν σκεφτικός κι’ όλο συλλογισμένος
Τους αρχηγούς εκάλεσε και τον Πετροπουλάκη.
Να ετοιμαστούνε τα παιδιά στον πόλεμο να πάμε,
Βουργάρους για να κάψουμε, ταμπούρια για να φάμε.
Τη χαραυγή κινήσαμε και πάμε στην Οσνίτσα,
Άϊντε Λίτσα μου καημένε και στον κόσμο παινεμένε...

Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ότι θα διαφυλάξω το μυστικό. Ότι θα εργάζομαι με όλην την ψυχήν μου και την καρδίαν μου προς εξόντωση των Βουλγάρων κακούργων και προς επιτυχίαν της ελευθερίας της Πατρίδος μου Μακεδονίας. Εις τους εχθρούς της πατρίδος μου δεν θα μαρτυρύσω το παραμικρόν ακόμη και αν μου βάλουν το μαχαίρι στον λαιμόν. Αν παραβώ τον όρκο μου ο θεός ας με τιμωρήσει και οι ελευθερωταί της πατρίδος μου ας με κομματιάσουν και η αμαρτία να είναι στον λαιμό.

Όρκος του Μακεδονομάχου

Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν κατά πολύ και ένας αγώνας πρακτόρων. Το Γενικό Κέντρο Αμύνης έστειλε σε διάφορα μέρη ριψοκίνδυνους αξιωματικούς που οργάνωσαν τον αγώνα κατά του Βουλγαρισμού και λειτούργησαν είτε κρυφά ως πράκτορες είτε φανερά ως υπάλληλοι του Ελληνικού Προξενείου. Στην περιοχή της Καβάλας στάλθηκαν ο Στυλιανός Μαυρομιχάλης (Μαυρομάτης), ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος, ο υπολοχαγός Αθανάσιος Μάρκου και ο Μανιάτης ανθυπολοχαγός Λεωνίδας Μπεχράκης (καπετάν Νικήτας).

Σημαντική συνεισφορά στο Μακεδονικό Αγώνα είχαν και πρόσωπα που υπηρετούσαν σε κομβικές θέσεις, όπως ο μικρασιατικής καταγωγής πρωτοσύγκελλος της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης Αιμιλιανός Λαζαρίδης.[22]

Από το Σεπτέμβριο του 1904, την αρχηγία των ελληνικών σωμάτων ανέλαβε ο Παύλος Μελάς. Ο θάνατος του Παύλου Μελά σε συμπλοκή με τουρκικό απόσπασμα στο χωριό Στάτιστα της Δυτικής Μακεδονίας, στις 13 Οκτωβρίου του 1904, συνετάραξε ολόκληρο το Έθνος και από τότε η σωτηρία της Μακεδονίας έγινε υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού.[23]

Μετά το θάνατό του, οι Έλληνες άρχισαν να επικρατούν σε όλη σχεδόν τη Μακεδονία συμπεριλαμβανομένων και των περιοχών στις οποίες η βουλγαρική επιρροή προηγουμένως ήταν τόσο έντονη ώστε να έχει εξελιχθεί σε κράτος εν κράτει (Καστοριά, Φλώρινα και Έδεσσα-Γιαννιτσά).

Στις μνήμες των περισσότερων ο Μακεδονικός Αγώνας συνδέεται με τον αγώνα του Τέλλου Άγρα στη Λίμνη των Γιαννιτσών μέσα από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις της Πηνελόπης Δέλτα στο βιβλίο της «Στα Μυστικά του Βάλτου».

Μάχες την άνοιξη του 1905


-Μπράτιμ! μπράτιμ! Άκουες δεξιά και αριστερά από γυναίκες ξεμαλλιασμένες μέσα στους δρόμους και παιδιά που έτρεμαν σαν φύλλα.
-Αδελφέ! αδελφέ! εφώναζαν όσοι άφηναν το πείσμα μπροστά στο θάνατο και ωμιλούσαν ελληνικά για να σωθούν.[24]

Η Ζαγορίτσανη (σημ. Βασιλειάδα Καστοριάς) στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν μια κωμόπολη με περισότερους από 3.500 κατοίκους.[25] Γενέτειρα του Αναστάς Γιάγκωφ, απόστρατου συνταγματάρχη του βουλγαρικού στρατού, έγινε κέντρο εξορμήσεων και αποθήκη πολεμικού υλικού που έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην προετοιμασία της Eξέγερσης του Ίλιντεν. Μετά τη διάψευση όμως των ελπίδων για την αναγνώριση από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις μιας αυτόνομης Μακεδονίας ή μιας μεγαλύτερης Βουλγαρίας, που ήταν ο αρχικός αλλά και ο τελικός σκοπός, στην περιοχή της Καστοριάς είχε παραμείνει μόνο το σώμα του Μήτρε Βλάχου (Ντίμιταρ Παντζούρωφ), βλάχικης καταγωγής.

Έτσι την άνοιξη του 1905 επαναμφανίζονται στην περιοχή οι βουλγαρόφρονες κομιτατζήδες, καταφθάνουν τα σώματα των Βασίλ Τσακαλάρωφ, Ιβάν Ποπώφ και Μιχαήλωφ, ενώ αναπτύσσουν εντονότερη δράση αυτά του Μήτρου Βλάχου, Ατανάς Κερσάκωφ από την Ιεροπηγή Καστοριάς (τότε Κοστενέτσι) και Κόλε Αντρέεφ (μεθερμηνευόμενον Νικόλαος Ανδρέου) από το Βαρικό Φλώρινας (τότε Μόκρενη). Στη βουλγαρική βιβλιογραφία η επίθεση στη Ζαγορίτσανη αναφέρεται ως η «Σφαγή της Ζαγορίτσανης» βουλγ. (Загоричанско клане) που αποδίδεται στην αγριότητα Ελλήνων αξιωματικών και Κρητών εθελοντών, χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε διασύνδεση με προγενέστερα συμβάντα, όπως:

Στις 18 Μαρτίου δέχεται επίθεση η Μονή Αγίου Αθανασίου Ζηκοβίστης και στις 21 Μαρτίου καταφθάνει στο Σισάνι το πολυπληθές σώμα του Στέφανου Δούκα (Καπετάν Μάλλιος) και συναντάται με τον Βάρδα. Μαζί με τα σώματα των Καούδη, Γύπαρη, Δικώνυμου Μακρή, Καραβίτη, Γκούσα και Πουλάκα, συγκεντρώνει ένα πολυπληθές σώμα περίπου 200 οπλιτών, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται οι σλαβόφωνοι Σταύρος Τσίλης από το Μαυρόκαμπο Καστοριάς ως οπλίτης, ο Θωμάς Χρήστου (Ρώμπακας) ομαδάρχης του Τσόντου Βάρδα από τη Βυσσινιά Καστοριάς, ο Θανάσκας (Παπαδημητρίου) Φώτιος από τον Απόσκεπο Καστοριάς, ο Ζηκούλης Αχιλλέας (Κοκοφύνας) κ.α., που συναντώνται στη Μονή Αγίων Αναργύρων Μελισσοτόπου, όπου και αποφασίζεται να επιτεθούν στην κωμόπολη της Βασιλειάδας εξαιτίας του γεγονότος ότι πολλοί κάτοικοί της συμμετείχαν στην πυρπόληση της Μονής Τσιριλόβου πριν ένα μήνα.

Το ξημέρωμα της 25ης Μαρτίου δόθηκε το σύνθημα για την επίθεση που δεν έπρεπε να διαρκέσει περισσότερο από μιάμιση ώρα γιατί ήταν βέβαιο ότι θα κατέφθανε τουρκικό απόσπασμα από τη διπλανή Κλεισούρα Καστοριάς και τη Λιθιά Καστοριάς. Οι αμυνόμενοι κάνανε χρήση του οπλισμού τους μέσα από τα παράθυρα των σπιτιών τους. Κατά την αποχώρηση, όταν άρχισε να φθάνει το τουρκικό απόσπασμα, οι νεκροί ήτανε 42, μεταξύ των οποίων 6 γυναίκες, δύο παιδιά και μερικοί πατριαρχικοί, για να προστεθούν λίγο αργότερα άλλοι 18 αιχμάλωτοι που εκτελέσθηκαν.[28] Οι νεκροί παρέμειναν στον τόπο για αρκετές ημέρες γιατί αναμενόταν η έλευση ευρωπαϊκής επιτροπής για να εκτιμήσει την κατάσταση. Η αναμονή αυτή αλλοίωσε τα νεκρά σώματα αλλά και προσέφερε τη δυνατότητα για κάθε είδους πράξη, όπως του λογχισμένου πολλαπλώς νεκρού παιδιού.

Κατάσταση τα επόμενα χρόνια


Ο Αγώνας των Μακεδονομάχων κράτησε έως το 1908 οδηγώντας σε αποτυχία τα βουλγαρικά σχέδια για το βίαιο εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας. Το τέλος του Αγώνα στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία συνδέθηκε με την επικράτηση των Νεότουρκων οι οποίοι αρχικά φάνηκαν να καταβάλλουν προσπάθειες εκσυχρονισμού και εκδημοκρατισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συγχρόνως απέτρεψαν με αυστηρότητα το αντάρτικο μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων.

Οι αψιμαχίες μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων αλλά και του καθενός ξεχωριστά με τους Νεότουρκους συνεχίστηκαν σε πολύ μικρότερη ένταση αλλά και πάλι με θύματα. Ενδεικτική είναι η δολοφονία του μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανού, που αποτελούσε στυλοβάτη του Ελληνισμού προασπίζοντας την ταυτότητα των κατοίκων της περιοχής των Γρεβενών. Ο Αιμιλιανός αποτέλεσε στόχο των Νεότουρκων και των Κομιτατζήδων και ο φόνος του έγινε σε δάσος και εν κρυπτώ την 1η Οκτωβρίου 1911, ενώ ο μητροπολίτης μετέβαινε στο χωριό Γκριντάδες (σήμερα Αιμιλιανός) για να λειτουργήσει.[29]

Οι Κομιτατζήδες διατήρησαν μια υποτυπώδη δραστηριότητα μετά το 1908 αλλά επανεμφανίστηκαν δυναμικά κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους ως παραστρατιωτικές ομάδες υποστηρίζοντας το Βουλγαρικό Στρατό στις επιχειρήσεις του. Κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης βουλγαρικής κατοχής της ανατολικής Μακεδονίας προέβησαν σε νέες θηριωδίες κατά του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής υπό την πλήρη ανοχή των επίσημων βουλγαρικών αρχών και του τακτικού βουλγαρικού στρατού, ο οποίος και τις εξόπλιζε, όπως η καταστροφή των Σερρών και του Δοξάτου (ήταν η πρώτη φορά). Επισήμως, ενώ ο Βουλγαρικός Στρατός γενικά χρέωσε στο κομιτάτο τις σφαγές, ως ενέργειες άτακτων σωμάτων, λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πολέμου, ενσωμάτωσε τις μονάδες αυτές αυτούσιες στον τακτικό βουλγαρικό στρατό. Αυτό ήταν και το ενδεικτικό τέλος της ιστορίας των ενόπλων τμημάτων της «Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης» (ΕΜΕΟ).

Το 1912, μετά την επιτυχία της Αλβανικής Eξέγερσης, οι Σέρβοι, επειγόμενοι να προλάβουν τη δημιουργία μίας Μεγάλης Αλβανίας, υποχώρησαν στις μαξιμαλιστικές βουλγαρικές απαιτήσεις επί της διανομής της Μακεδονίας και προχώρησαν από κοινού στη δημιουργία της Βαλκανικής Συμμαχίας (Λίγκας). Η επιτακτική ανάγκη παρουσίας στόλου στο Αιγαίο οδήγησε λίγο αργότερα και στην εισδοχή της Ελλάδας στη συμμαχία ολοκληρώνοντας έτσι το σκηνικό του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Με την έκρηξή του ένα μεγάλο μέρος της Μακεδονίας μαζί με τη Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε από τον Ελληνικό Στρατό. Το 1913 οι Βούλγαροι, αν και υποτιθέμενα σύμμαχοι, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγούμενη κήρυξη πολέμου κατά των Ελλήνων και των Σέρβων προσπαθώντας να καταλάβουν για λογαριασμό τους τα μόλις απελευθερωθέντα από αυτούς εδάφη της Μακεδονίας, αλλά απωθήθηκαν (Β' Βαλκανικός Πόλεμος). Μετά την συντριβή που ακολούθησε, η Βουλγαρία αναγκάστηκε να παραχωρήσει και το ανατολικό τμήμα (Σέρρες, Δράμα και Καβάλα) στην Ελλάδα, η οποία ολοκλήρωσε με αυτό το τρόπο τους εθνικούς της στόχους στη Μακεδονία.

Αποτίμηση


Η επικράτηση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων δεν επέφερε ως άμεσο κέρδος τη Μακεδονία επειδή μεσολάβησε το Νεοτουρκικό κίνημα του 1908, το οποίο μετά την επικράτησή του οδήγησε στην απώλεια πολλών κεκτημένων των μειονοτήτων, εμπόδισε όμως να χαθούν οι περιοχές[30] που αποτέλεσαν αργότερα την ελληνική Μακεδονία. Η χαμένη αυτοπεποίθηση των Ελλήνων αξιωματικών από τον πόλεμο του 1897 ανακτήθηκε.[31]

Ο ευρωπαϊκός τύπος, όπως η Γενική Εφημερίδα της Βιέννης (Wiener Allgemeine Zeitung), εγκωμίασε τους Μακεδόνες που κατάφεραν να περιφρουρήσουν τη Μακεδονία με τις δικές τους δυνάμεις, και μέσω των Ελληνομακεδονικών ενόπλων ομάδων, απελευθέρωσαν τα χωριά από τη βουλγαρική τυραννία των κομιτατζήδων.[32]

Χρονικό


Εικόνες


Δείτε επίσης


Σημειώσεις


^ α: Το 1867 ιδρύεται στην Καστοριά από τον Αναστάσιο Πηχιών η Νέα Φιλική Εταιρεία που οι δραστηριότητες της ανακόπτονται το 1888 με τη φυλάκιση των μελών της στο Μοναστήρι.[33]

^ β: «Κατά τας πρωϊνάς ώρας μιας ημέρας του Ιουλίου 1895 εισέβαλεν εις το Μελένοικο ο εκ των συναρχηγών της Ανωτάτης Μακεδονο-Θρακικής Οργανώσεως (ΒΜΑΕΟ), έφεδρος υπολοχαγός του Βουλγαρικού στρατού Βόρις Σαράφωφ επικεφαλής στρατιωτικώς συντεταγμένης συμμορίας (αντάρτικη ομάδα, τουρκικά çete ληστοσυμμορία), αποτελουμένης εκ φοιτητών του Πανεπιστημίου και μαθητών των γυμνασίων Σόφιας και οδηγό τον αρχηγόν τοπικής βουλγαρικής συμμορίας Κώτσο Λιούτα. Ο Λιούτα είχε φοιτήσει εις το ελληνικό δημοτικόν σχολείον Μελενοίκου, επολέμησε δε και ως εθελοντής εις τον Ελληνικό Στρατόν κατά τον ατυχή ελληνοτουρκικόν πόλεμον του 1897»[34]

^ γ: Στο τέλος Αυγούστου 1902 έφθασε στη Ζαγκορίτσανη (σημ. Βασιλειάδα Καστοριάς) ο συνταγματάρχης Γιάκωφ, ένας από τους κυριότερους συνεργάτες του Τσόντεφ, με ένοπλο σώμα που είχε οργανωθεί στη Βουλγαρία. Ο Γκρούεφ είχε δώσει οδηγίες να αφοπλισθεί το Τμήμα μόλις θα έφθανε, αλλά οι τοπικοί αρχηγοί Τσακαλάρωφ, Παπάντσεφ και Αντρέιφ, που γνώριζαν το Γιάκωφ προσωπικά, ενήργησαν διαφορετικά και αποφάσισαν να συναντηθούν στο Μπλάτσι (σημ. Οξυά Καστοριάς) για να συνεννοηθούν.[35]

Παραπομπές


  1. 1,0 1,1 Γεώργιος Χριστόπουλος, Ιωάννης Μπαστιάς (1977), Ιστορία του Ελληνικού Εθνους: Νεώτερος Ελληνισμός απο το 1881 ως 1913, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 254.
  2. Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894 – 1904), Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα, Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 170
  3. Livanios, Dimitris (1999). «'Conquering the souls': nationalism and Greek guerrilla warfare in Ottoman Macedonia, 1904-1908» . Byzantine and Modern Greek Studies 23: 195-6. https://www.cambridge.org/core/services/aop-cambridge-core/content/view/40679BB0857F424291E33DE6F907137A/S0307013100003128a.pdf/conquering_the_souls_nationalism_and_greek_guerrilla_warfare_in_ottoman_macedonia_19041908.pdf. 
  4. Βασίλης Γούναρης, Ο Μακεδονικός Αγώνας, στο Συλλογικό: Η Ελλάδα τον 20ό αιώνα: 1900-1910, Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 17/10/1999, σελ.12-3 Η Ελλάδα τον 20ό αιώνα: 1900-1910 pdf
  5. Απόστολος Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 στο: συλλογικό ΄΄Μακεδονία: 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού΄΄, Εκδοτική Αθηνών, 1992, σελ. 438-442
  6. Ανδρέας Νανάκης, Εκκλησία-Γένος-Ελληνισμός, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1993
  7. Ανδρέας Νανάκης, Εκκλησία-Γένος-Ελληνισμός, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1993
  8. Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΔ΄ σ. 222, εκδ. Αθηνών, 1977
  9. Χαλκιόπουλος, Έλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1904, 1910
  10. αφιέρωμα του Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων
  11. Καπετάν Κώττας, Ο εθνομάρτυρας γηγενής Μακεδονομάχος, Αθηνά Τζηνίκου Κακούλη, Θεσσαλονίκη 2000, ISBN 960-86415-1-9, σελ. 22
  12. Πάλλας, Γεώργιος (1963). «Δημοτικά άσματα του Μακεδονικού Αγώνος εις σλαβικόν ιδίωμα». Μακεδονικά (5): 464-5. doi:10.12681/makedonika.807 . 
  13. Βικτόρ Μπεράρ, Οδοιπορικό στη Μακεδονία (1891-1893), εκδ. Τροχαλία.
  14. Σταυρούλα Βαϊνά Αρβανιτάκη (2004). Ο καπετάν Γρηγόριος Βαϊνάς, Μακεδονικός Αγώνας, Ήθη και έθιμα της Μακεδονίας. Αθήνα: Μέδουσα – Σέλας Εκδοτική. σελίδες 191 ). ISBN 960-8338-14-X. 
  15. Σύσκεψη στην Πολυκέρασο-Μπόρις Σαράφωφ, Βασίλ Τσακαλάρωφ κ.α. (Τσερέσνιτσα) στις 20 Μαρτίου 1902
  16. ΙΕΕ, τόμ. ΙΔ΄ σ. 226, εκδ. Αθηνών 1977
  17. Αλέξανδρος Μαζαράκης, Αι ιστορικαί περιπέτειαι της Μακεδονίας, 1912
  18. Βαγιακάκος Δικαίος, Μανιάτες αγωνισταί στα Καστανοχώρια, περιοδικό "Μακεδονική Ζωή", 86 (1973), σ. 16, 17.
  19. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία Φρονημάτων, σ. 5, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ, 1995 ISBN 960-288-040-6
  20. Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π. σ. 5
  21. Βαγιακάκος Δικαίος, Μανιάτες αγωνισταί στα Καστανοχώρια, περιοδικό "Μακεδονική Ζωή", 86 (1973), σ. 16, 17
  22. Ευγνωμοσύνης σπονδή στον εθνομάρτυρα Αιμιλανό Λαζαρίδη
  23. Ελληνική Ιστορία, τόμ. 25, σ. 368, Εκδοτική Αθηνών ISBN 960-213-260-4
  24. *Απόσπασμα Ημερολογίου Ηλία Δεληγιαννάκη (85) ημερπλ. σ.346
  25. *Zagoritchani / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 3.144 εξαρχικοί Βούλγαροι, 480 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 48 Βλάχοι. Λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με τρεις δασκάλους και 310 μαθητές και ενός πατριαρχικού με δύο δασκάλους και 35 μαθητές [Brancoff 1905].
  26. D. Dakin, The Greek Struggle in Makedonia 1897-1913, σ. Berclkey University, 1966
  27. Απόσπασμα Ημερολογίου Ηλία Δεληγιαννάκη (85) σ. 344
  28. Απόσπασμα Ημερολογίου Ηλία Δεληγιαννάκη 81-86 σσ. 339-346
  29. Αιμιλιανός Λαζαρίδης: Ο Μικρασιάτης επίσκοπος και μάρτυρας της Μακεδονίας
  30. Κωνσταντίνος Τσώπρος Αναμνήσεις Μελένοικο-Θεσσαλονίκη σ. 53 ΙΜΧΑ GR ISSN:0073-862X
  31. Βασίλης Γούναρης, όπ.π. σελ.14
  32. Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου: Οι Σέρρες και η περιοχή τους από την Οθωμανική κατάκτηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή, Α΄ τόμος, Σέρρες 2013, σελ. 59, Σερραϊκά Χρονικά, τόμος Γ΄, σελ 179 [νεκρός σύνδεσμος]
  33. Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα (1878-1894), έκδοση ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1983
  34. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις (Μελένοικο - Θεσσαλονίκη), σ. 33 GR ISSN: 0073 862Χ
  35. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΔ, σ. 226, Εκδοτική Αθηνών 1977

Βιβλιογραφία


Διαβάστε επίσης


Εξωτερικοί σύνδεσμοι


Βίντεο




Κατηγορίες: Μακεδονικός Αγώνας | Πόλεμοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας


Ημερομηνια: 15.03.2021 09:30:54 CET

πηγή: Wikipedia (συγγραφείς [ιστορία])    Lizenz: CC-BY-SA-3.0

αλλαγές: Όλες οι εικόνες και τα περισσότερα στοιχεία σχεδίασης που σχετίζονται με αυτές, καταργήθηκαν. Μερικά εικονίδια αντικαταστάθηκαν από το FontAwesome-Icons. Ορισμένα πρότυπα καταργήθηκαν (όπως "άρθρο χρειάζεται επέκταση) ή εκχωρήθηκαν (όπως" hatnotes "). Τα μαθήματα CSS καταργήθηκαν ή εναρμονίστηκαν.
Οι συγκεκριμένοι σύνδεσμοι της Wikipedia που δεν οδηγούν σε άρθρο ή κατηγορία (όπως "Redlinks", "links to the edit page", "links to portal") καταργήθηκαν. Κάθε εξωτερικός σύνδεσμος έχει ένα επιπλέον εικονίδιο FontAwesome. Εκτός από μερικές μικρές αλλαγές του σχεδιασμού, καταργήθηκαν τα μέσα πολυμέσων, οι χάρτες, τα πλαίσια πλοήγησης, οι εκφωνούμενες εκδόσεις και οι μικρο-μορφοποιήσεις Geo.

Παρακαλώ σημειώστε: Επειδή το δεδομένο περιεχόμενο λαμβάνεται αυτόματα από τη Wikipedia τη δεδομένη χρονική στιγμή, μια μη αυτόματη επαλήθευση ήταν και δεν είναι δυνατή.
επικοινωνήστε μαζί μας: ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ.
δείτε επίσης: νομική ειδοποίηση & πολιτική απορρήτου.