Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946–1949)


(Ανακατεύθυνση από Ελληνικός_Εμφύλιος_1946_-_1949)


Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος
Μέρος του Ψυχρού πολέμου
Χρονολογία31 Μαρτίου 1946-30 Αυγούστου 1949
ΤόποςΕλλάδα
ΈκβασηΕπικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων
Αντιμαχόμενοι

Βασίλειο της Ελλάδας

Ηνωμένο Βασίλειο
Ηνωμένες Πολιτείες (μετά το 1947)
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
μέγιστη δύναμη 232.500 (1949)[1]

1946: Από 950 (Απρίλιος) έως 14.000 (Δεκέμβριος), 1947: Από περ. 12.000 (Απρ) έως 18.000 (Οκτ.), 1948: Από 16.000 (Νοέμ.) έως 25.850 (Δεκ.),

1949: Από 16.500 (Ιούν.) έως 24.000 (Ιαν.)[2]
Απώλειες

την περίοδο 1946-50[3]
νεκροί 8.440
τραυματίες 29.496

αγνοούμενοι 5.346
νεκροί 25.000 περίπου[4]

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος που διεξήχθη στην Ελλάδα ανάμεσα στον κυβερνητικό Ελληνικό Στρατό και τις αντάρτικες δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ). Διήρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Αύγουστο του 1949 και είχε ως αποτέλεσμα την νίκη του Ελληνικού Στρατού και την ήττα του ΔΣΕ. Ο Ελληνικός Εμφύλιος θεωρείται διεθνώς ως η πρώτη πράξη του ψυχρού πόλεμου στη μεταπολεμική ιστορία και ήταν η πολεμική σύγκρουση με τις μεγαλύτερες απώλειες που γνώρισε η χώρα από το 1830 έως σήμερα.[5]

Παραδοσιακά, σημείο έναρξης του Εμφυλίου Πολέμου θεωρείται η επίθεση ομάδας πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ, υπό την ηγεσία του Αλέξη Ρόσιου («Καπετάν Υψηλάντης»), στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου Πιερίας, τη νύχτα της 30ής Μαρτίου 1946, παραμονή των εκλογών, με σκοπό την απελευθέρωση ΕΛΑΣιτών και ΕΑΜιτών κρατουμένων. Η επίθεση θεωρήθηκε απάντηση στις εκτελέσεις, διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις που υφίσταντο οι πολίτες που ανήκαν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ήταν προσωπική εντολή του Γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη[εκκρεμεί παραπομπή].

Ο εμφύλιος πόλεμος έχει περιγραφεί επίσης ως «Συμμοριτοπόλεμος» από την εθνικόφρονα παράταξη [6] ή «Δεύτερο Αντάρτικο»[7][8] από την κομμουνιστική οπτική για να δηλωθεί ότι ήταν η συνέχεια της αντίστασης ενάντια στην κατοχή.

Πίνακας περιεχομένων

Οι απαρχές


Κατοχή και Αντίσταση

Οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στο στρατό, τα Σώματα Ασφαλείας, τις συντηρητικές, φιλοβασιλικές, φιλελεύθερες και ακροδεξιές δυνάμεις από τη μία πλευρά, και τις κυρίως δημοκρατικές, αντιβασιλικές, αλλά και κομμουνιστικές αντάρτικες δυνάμεις από την άλλη, ήταν αποτέλεσμα αντιπαλότητας παλαιότερων ετών. Από μια άποψη, ο Εμφύλιος αποτέλεσε τη συνέπεια συσσωρευμένων πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών, που ξεκίνησαν από την εποχή του Εθνικού Διχασμού, το 1915, εντάθηκαν με τη Μικρασιατική καταστροφή - και την έλευση και εγκατάσταση ενός τεράστιου αριθμού προσφύγων - και κορυφώθηκαν με την επιβολή της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.[9]

Το καταλυτικό στοιχείο, όμως, υπήρξε η γερμανική εισβολή, τον Απρίλιο του 1941, και η ακόλουθη τριπλή (γερμανική, ιταλική και βουλγαρική) κατοχή, το καθεστώς της οποίας, επέβαλε (στο λαό) μια μερίδα Ελλήνων συνεργατών της, μισητή από την πλειοψηφία του (του λαού), με καταβολές στο προκατοχικό, οικονομικό και πολιτικό, κατεστημένο της Ελλάδας. Δημιουργήθηκε έτσι, ένα πολιτικό κενό εξουσίας.[10] Αυτό το κενό, σε συνδυασμό με την αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων για ενεργητική αντίσταση στους κατακτητές[11], θα διαμορφώσουν τις συνθήκες για να γεννηθούν, το φθινόπωρο του 1941, οι δύο μεγαλύτερες αντιστασιακές οργανώσεις, το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) και ο ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος).

Το ΕΑΜ ήταν ένας συνασπισμός, κυρίως, από μικρά, φιλοαριστερά κόμματα, με κυρίαρχο το ΚΚΕ. Το Φεβρουάριο του 1942, θα δημιουργήσει το στρατιωτικό του σκέλος, τον ΕΛΑΣ, που είχε ως αρχηγό («καπετάνιο») τον Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ).[12] Γρήγορα, ο ΕΛΑΣ κατάφερε να κυριαρχήσει σε όλη τη χώρα, εκτός από την Ήπειρο και τη Δυτική Στερεά, όπου υπήρχε ο ΕΔΕΣ. Στα τέλη του 1944, το ΕΑΜ φτάνει πλέον να αριθμεί 1.000.000, περίπου, μέλη[εκκρεμεί παραπομπή], έχοντας αναδειχθεί ως η πλέον μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα[13]. Ο ΕΛΑΣ οργανώθηκε, στη βάση του προκατοχικού Ελληνικού Στρατού (σε όλη την υπόλοιπη χώρα, εκτός της κατεχόμενης) σε Σώματα Στρατού, Μεραρχίες, Ομάδες Μεραρχιών κλπ. Λειτουργούσε, επίσης, Σχολή Αξιωματικών στην "Ελεύθερη Ελλάδα" και στελεχώθηκε με πάνω από 800 αξιωματικούς του προπολεμικού Ελληνικού Στρατού και πλήθος υπαξιωματικών του.

Ο ΕΔΕΣ, που συσπείρωνε πλήθος αξιωματικών του προπολεμικού ελληνικού στρατού (χωρίς να ξεπεράσει, όμως, τους 2000 ενόπλους στο σύνολό του[εκκρεμεί παραπομπή]) , είχε στρατιωτικό διοικητή έναν πρώην αξιωματικό του ελληνικού στρατού, το Ναπολέοντα Ζέρβα, ο οποίος (όπως και πολλοί άλλοι του αντι-εαμικού χώρου) πίστευε ότι το ΕΑΜ είχε ως στόχο την εγκαθίδρυση κομμουνιστικού καθεστώτος, μετά την απελευθέρωση.[14] Αυτή η πεποίθησή του τον έκανε να είναι ιδιαίτερα καχύποπτος σε κάθε κίνηση του ΕΛΑΣ. Από την πλευρά του, ο ΕΛΑΣ συνεχώς πίεζε τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις, συχνά με αιματηρό τρόπο, {όπως στην περίπτωση της ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση)}, να ενταχθούν σε αυτόν, ενώ η πεποίθησή του ότι ο Ζέρβας συνεργάζεται με τους Γερμανούς βάθυνε ακόμα περισσότερο την αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ των δύο οργανώσεων[15].

Στη Μέση Ανατολή, η κυβέρνηση αποφάσισε να σχηματίσει ένοπλες δυνάμεις, με αξιωματικούς και στρατιώτες με δεξιά φρονήματα, που διέφυγαν από την Ελλάδα, οι οποίες θα συνεισέφεραν στον αγώνα κατά του Άξονα. Μαζί με αυτούς, θα καταφθάσουν στελέχη και φίλοι του κομμουνιστικού κινήματος, για τους οποίους ύψιστος σκοπός είναι ο αντιφασιστικός αγώνας. Έτσι, στο Βασιλικό Στρατό Μέσης Ανατολής, αλλά και στο Βασιλικό Ναυτικό, θα υποχρεωθούν να συνυπάρξουν πολιτικές ομάδες με αντίθετο πολιτικό προσανατολισμό[16].

Ως ρίζες του Εμφυλίου Πολέμου μπορούν να θεωρηθούν, οι συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων αντιστασιακών οργανώσεων, κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Σημαντικός παράγοντας ήταν η εμπλοκή (όπως και σε άλλες χώρες συνέβη) της Μεγάλης Βρετανίας, με τη SOE, στην Αντίσταση, με βραχυπρόθεσμο στόχο τον πόλεμο κατά του Άξονα και μακροπρόθεσμα να ελέγξει τις μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής του Τσώρτσιλ για την Ελλάδα ήταν η επαναφορά του Βασιλιά των Ελλήνων, Γεωργίου Β΄[17].

Σημαντικό επιβαρυντικό στοιχείο ήταν η απουσία μιας δημοκρατικά νομιμοποιημένης αρχής που θα διηύθυνε τον αντιστασιακό αγώνα ενιαία. Η εξόριστη κυβέρνηση στο Κάιρο δεν είχε ποτέ τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού, καθώς της Κατοχής είχε προηγηθεί η Δικτατορία του Μεταξά και αυτή είχε με τη σειρά της, προέλθει από ανώμαλες πολιτικές εξελίξεις, ενώ το καθεστώς του Βασιλιά, κατά την αποχώρησή του από την Ελλάδα, είχε παραδώσει τους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς, από τους οποίους χιλιάδες θα εκτελεστούν ως αντίποινα.

Όταν ο πόλεμος άρχισε να κλίνει υπέρ των συμμάχων, οι αντιστασιακές οργανώσεις επεδίωξαν, πέρα από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, να επηρεάσουν το πολιτικό μέλλον της χώρας. Αυτό, παράλληλα με τους ανταγωνισμούς που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται μεταξύ των νικητριών δυνάμεων, διαμόρφωσε τα δύο στρατόπεδα.

Οι πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις (1943-1944)

Oι πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις διαμορφώθηκαν κατά την διάρκεια της κατοχής, με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, από τη μια πλευρά, και όλους τους υπόλοιπους στρατιωτικούς αντιπάλους (ΕΔΕΣ , ΕΚΚΑ, ΥΒΕ/ΠΑΟ, Αντών Τσαούς, ΠΕΑΝ, ΡΑΝ, Ιερή Ταξιαρχία, Εθνική δράση, ΕΟΚ κλπ), από την άλλη. Ο κατοχικός εμφύλιος ξεκίνησε με μια αναμέτρηση μεταξύ του ΕΛΑΣ και των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων, στην οποία θα προστεθούν, αργότερα, τα Τάγματα ασφαλείας[18].

Στις αρχές Μαρτίου του 1943, ο ΕΛΑΣ αφοπλίζει την αντάρτικη ομάδα των Σαράφη-Κωστόπουλου. Στις 7 Μαΐου 1943, στο Θέρμο (Κεφαλόβρυσο Τριχωνίδος), δέχεται επίθεση η ομάδα του Εδεσίτη, Γεωργίου Παπαϊωάννου. Τον Απρίλιο, επιτέθηκε στην ομάδα της ΠΑΟ με σκοπό τον αφοπλισμό και εκτέλεσε τους αξιωματικούς της. Η ΠΑΟ για αντεκδίκηση εκτέλεσε στελέχη του ΚΚΕ στην Ιμέρα Κοζάνης. Το Μάϊο, επιτέθηκε στην ΕΚΚΑ και για ακόμη μία φορά τον Ιούνιο. Λίγο αργότερα, ο ΕΛΑΣ αναγκάστηκε, κάτω από πιέσεις των βρετανών, να εκδώσει διαταγή παύσης εχθροπραξιών με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις.[19] Λίγο αργότερα όμως, ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε εκ νέου στην ΠΑΟ, στις περιοχές Πάικο και Κάτω Πιέρια. Μέχρι τον Ιούνιο, είχε διαλυθεί στην Κάτω Αχαΐα η ομάδα του Σεβαστάκη. Τον Αύγουστο, ο ΕΛΑΣ επιτίθεται στην ομάδα του Ίλαρχου Τηλέμαχου Βρεττάκου και τον εκτελεί, όπως επίσης διαλύει την οργάνωση του Συνταγματάρχη Γιαννακόπουλου στην Αρτεμίσια Μεσσηνίας. Τον Αύγουστου του 1943, γίνονται συναντήσεις στο Κάιρο, μεταξύ ΕΑΜ και κυβέρνησης Τσουδερού, ώστε να σταματήσουν οι εχθροπραξίες, κάτι που καταλήγει ξανά σε αδιέξοδο. Τον Οκτώβριο επιτίθεται και διαλύει την ομάδα Χρήστου Καραχάλιου στην περιοχή της Ηλείας.[20]

Τον Ιούνιο του 1943, με τη συμμετοχή των ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ και της βρετανικής συμμαχικής αποστολής, που είχε καταφθάσει στα ελληνικά βουνά, υπογράφηκε συμφωνία για τη δημιουργία ενός κοινού γενικού στρατηγείου.Σκοπός του ήταν ο συντονισμός της Αντίστασης. Τότε φάνηκε ότι οι προστριβές μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων θα σταματούσαν. Όμως, η προσπάθεια του ΕΔΕΣ να εγκαταστήσει ομάδες του σε περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ, όπως και η ένταξη ακροδεξιών (φιλοβασιλικών) στον πρώτο καθώς και η συνεργασία της οργάνωσής του (του ΕΔΕΣ) των Αθηνών, καθώς και η ανακωχή ή και η συνεργασία αυτής της Ηπείρου με τους Γερμανούς προκάλεσαν τη σκλήρυνση της στάσης του ΕΑΜ. Σύμφωνα με ορισμένους ιστοριογράφους, το ΕΑΜ εκπονούσε σχέδια για τη στρατιωτική κατάληψη της Αθήνας, με τη λήξη της κατοχής, όπως και την εγκατάσταση μιας κυβέρνησης στις περιοχές που ήλεγχε[21], ενώ ο ΕΔΕΣ εκπονούσε σχέδια για την κατάληψη της εξουσίας και την άμεση επιβολή της Δημοκρατικής Επαναστάσεως[22].

Μετά την επιστροφή της αντιπροσωπείας, που είχε σταλεί στο Κάιρο το Σεπτέμβριο του 1943, ο ΕΛΑΣ ήταν σίγουρος ότι οι Άγγλοι, με τη βοήθεια του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ, θα προσπαθούσαν να επαναφέρουν τον, εξαιρετικά αντιδημοφιλή στην ελληνική κοινωνία, Γεώργιο Β΄[23]. Ο Βελουχιώτης έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει τους Άγγλους μεγαλύτερο κακό από τους Γερμανούς και πρότεινε τα εξής: είτε ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ θα σχημάτιζαν κοινό μέτωπο με τον ΕΛΑΣ, κατά της προσπάθειας επιστροφής του Βασιλιά, είτε θα τους διέλυαν με τη βία. Παρόλ' αυτά το ΕΑΜ, σε συνεδρίασή του, δεν πήρε απόφαση για έναρξη εμφυλίου πολέμου και άφηνε ελπίδες για αποφυγή του [24].

Οι πρώτες ένοπλες συγκρούσεις ξεκίνησαν στις αρχές Οκτωβρίου 1943, με τη σύλληψη αξιωματούχων του ΕΑΜ από τον ΕΔΕΣ, αφού πρώτα είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Τσεπέλοβο της Ηπείρου. Στις 3 Οκτωβρίου, ο ΕΛΑΣ αφοπλίζει ένα μικρό αντάρτικο τμήμα του ΕΔΕΣ Θεσσαλίας, με την κατηγορία ότι ο αρχηγός του ήταν ζωοκλέπτης και ότι είχε άμεσες σχέσεις με πρώην δωσίλογους.[25] Στις 7/8 Οκτωβρίου, έπειτα από ένοπλη συμπλοκή στο Τσεπέλοβο Μετσόβου, μεταξύ των δύο οργανώσεων, συλλαμβάνονται ανώτερα στελέχη του ΚΚΕ, της περιοχής της Ηπείρου.[26] Αφορμή για τη συμπλοκή, και για τη σύλληψη του Σίμου Καραγκίτση από τον ΕΔΕΣ, ήταν οι γεωγραφικές σφαίρες επιρροής των ανταρτοομάδων.[27] Αυτό έφερε την άμεση αντίδραση του ΕΛΑΣ, και προσωπικώς του Βελουχιώτη, οπότε διατάζεται η σύλληψη των αντιπροσώπων του ΕΔΕΣ στο ΚΓΣΑ καθώς και εκστρατεία διάλυσης του ΕΔΕΣ, στις 9/10 Οκτωβρίου, με μεγάλο τμήμα ανταρτών του ΕΛΑΣ. Σε συνεννόηση με το Γιώργη Σιάντο (Εκτελών χρέη Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, εφόσον ο εκλεγμένος Ζαχαριάδης βρισκόταν κρατούμενος στο Νταχάου) και τον Ανδρέα Τζήμα (πολιτικό καθοδηγητή του ΕΛΑΣ) διατάζονται τέσσερις μεραρχίες του ΕΛΑΣ να επιτεθούν κατά του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο[28].

Βλέποντας ότι τα τμήματά του θα βρίσκονταν μεταξύ δύο αντιπάλων, ο Ζέρβας είχε ήδη αποφασίσει να συνεννοηθεί μυστικά με τους Γερμανούς για μια άτυπη κατάπαυση του πυρός[εκκρεμεί παραπομπή]. Στις 4 Οκτωβρίου, μια επιτροπή, με αντιπρόσωπο τον πρόεδρο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Μπίκελ, σε συμφωνία με τους Γερμανούς, φτάνει στο αρχηγείο του ΕΔΕΣ, στο Βουργαρέλι. Ο ερυθρός σταυρός προσπαθούσε να προστατέψει τον πληθυσμό της Ηπείρου από τα αντίποινα των Γερμανών, λόγω των ενεδρών των ανταρτών. Τις ίδιες επαφές, με την επιτροπή του Μπίκελ, έκανε και η 8η Μεραρχία του ΕΛΑΣ, με αρχηγούς τους Νάσση και Πίσπερη, αλλά όταν επικοινώνησαν με το Γενικό στρατηγείο του ΕΛΑΣ, απορρίφθηκαν όλες αυτές κατηγορηματικά.[29] Σύμφωνα πάντως, με το Ναπολέων Ζέρβα, ο ίδιος ειδοποίησε το ΕΑΜ και το Συμμαχικό Στρατηγείο για τις επαφές με τον Ερυθρό Σταυρό.[30][31]

Ο ΕΛΑΣ κατηγόρησε τον ΕΔΕΣ για συνεργάτη των κατακτητών[32]. Νεότερες έρευνες δείχνουν ότι έλαβαν χώρα και κοινές επιχειρήσεις ΕΔΕΣ και Γερμανών ενάντια στις δυνάμεις του ΕΑΜ[33].

Καθώς οι μονάδες του ΕΛΑΣ ήταν πολύ ισχυρότερες, κατάφεραν να κερδίσουν τον ΕΔΕΣ στο πεδίο της μάχης και να απειλήσουν τις δυνάμεις του Ζέρβα με ολοκληρωτική καταστροφή. Η αυτοπεποίθηση του ΕΛΑΣ, ότι θα διαλύσει τον ΕΔΕΣ, τον οδήγησε στο να απορρίψει τις βρετανικές προτάσεις για κατάπαυση των επιθέσεων. Την ίδια στιγμή, ξεκίνησαν αντιανταρτικές επιχειρήσεις των Γερμανών, που έδωσαν την ευκαιρία στο Ζέρβα να περισώσει τους μαχητές του[34].

Η επιθυμία των Βρετανών, για πολιτικούς και στρατιωτικούς λόγους, να σταματήσει ο εμφύλιος, η εξασθένηση του ΕΔΕΣ και η αδυναμία του ΕΛΑΣ να αντιμετωπίσει δύο αντιπάλους, οδήγησαν σε ανακωχή, στις 4-5 Φεβρουαρίου 1944[35], η οποία, όμως, δεν έσβησε τη συσσωρευμένη αντιπαλότητα.

Στις αρχές του 1944, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες και η κατάσταση εκτός ελέγχου. Πρώην μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων που διέλυσε ο ΕΛΑΣ, κατατάσσονταν στα τάγματα ασφαλείας με σκοπό την αντεκδίκηση μέσω της συνέχισης του αγώνα εναντίον του, συνεργαζόμενοι με τις αρχές κατοχής.[36]

Το ΕΑΜ πρωτοστάτησε στις μοναδικές εκλογές για την ανάδειξη της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), στις οποίες για πρώτη φορά ψήφισαν οι γυναίκες, και μέτρησε πάνω από 1 εκατομμύριο ψήφους. Σύμφωνα με τη διακήρυξή της, στόχος της ήταν η απελευθέρωση της χώρας από τον ξένο κατακτητή και η ανασυγκρότησή της με βάση τα συμφέροντα του Λαού της. Η σχεδόν πλήρης και αποκλειστική κατεύθυνση της βρετανικής βοήθειας στις μη εαμικές οργανώσεις, όξυνε τα πάθη. Οι Βρετανοί είχαν σταματήσει να στηρίζουν οικονομικά το ΕΑΜ ύστερα από το Κίνημα του Ναυτικού στη Μέση Ανατολή. Αυτό ήταν που άλλαξε άρδην τη στάση τους απέναντί του.

Η εκτέλεση από τον ΕΛΑΣ του Δημήτριου Ψαρρού και η διάλυση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων (του οποίου ο Ψαρρός ήταν επικεφαλής), τον Απρίλιο του 1944, μετά την άρνησή του (του Ψαρρού) να ενταχθεί στις δυνάμεις του, συγκλόνισε τον αστικό κόσμο της χώρας, καθορίζοντας ως ένα βαθμό τις μεταγενέστερες εξελίξεις. Το γεγονός αυτό αναφέρθηκε και στιγματίστηκε στο Συνέδριο του Λιβάνου, το οποίο πραγματοποιήθηκε, προς εύρεση συμβιβασμών, το Μάιο του 1944.

Ανεξάρτητα από τους ακριβείς λόγους, που οδήγησαν στην κλιμάκωση της εμφύλιας σύγκρουσης, είναι σαφές ότι η έκβασή της είχε ως αποτέλεσμα τη μονοπώληση της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο από τον ΕΛΑΣ, καθώς με εξαίρεση τον ΕΔΕΣ, την οργάνωση του Αντών Τσαούς και την ΕΟΚ, όλες οι άλλες οργανώσεις είτε διαλύθηκαν από τον ΕΛΑΣ, και τα μέλη τους εκτελέστηκαν (π.χ Ψαρρός, Βρεττάκος, Καραχάλιος), είτε εντάχθηκαν με τη βία στον ΕΛΑΣ, είτε διέφυγαν στην Αίγυπτο και κατατάχθηκαν στις εκεί ελληνικές μονάδες εναντίον των Γερμανών.[37]

Το κίνημα στην Αίγυπτο και η κυβέρνηση εθνικής ενότητας

Στο στρατό, όπως και στο ναυτικό, της, εξόριστης στη Μέση Ανατολή, κυβέρνησης άρχισαν να λειτουργούν αντιφασιστικές ομάδες που χαρακτήριζαν ως φασίστες όσους αξιωματικούς και στρατιώτες είχαν μεταξικά φρονήματα. Στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων αναπτύχθηκε ένας σκληρός ανταγωνισμός για το ποιος θα ελέγξει το στράτευμα. Η πρώτη κρίση έκανε την εμφάνισή της, το Μάρτιο του 1943, με την άρνηση της δημοκρατικής ΑΣΟ (Αντιφασιστική Οργάνωση Στρατού) να συμφωνήσει στη μετάθεση ενός αξιωματικού. Μια σειρά από αιτήματά της έγιναν αποδεκτά. Το κίνημα του Μαρτίου έληξε με πλήρη νίκη της ΑΣΟ[38]. Όμως τον Ιούλιο, η ΑΣΟ θέτει νέα αιτήματα, που δημιουργούν εκρηκτική κατάσταση και επιβάλλουν δυναμικές λύσεις από την κυβέρνηση. Με τη συνδρομή των Βρετανών, που αντιδρούν με μερικές εκτελέσεις, παραδίδεται η διοίκηση σε δικούς τους (Βρετανούς) αξιωματικούς, ώστε να επανακτηθεί ο έλεγχος από την κυβέρνηση.[39]

Εννέα μήνες μετά, στις 31 Μαρτίου του 1944, η είδηση της συγκρότησης της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) από το ΕΑΜ, αφύπνισε τους φιλοαριστερούς αξιωματικούς. Αυτοί επέδωσαν ένα υπόμνημα στην κυβέρνηση με αίτημα τη συμφωνία της τελευταίας με την πρόταση της ΠΕΕΑ για δημιουργία κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Πολύ γρήγορα, ένα νέο κίνημα ξέσπασε στο στράτευμα και έφερε νέες συγκρούσεις και διαιρέσεις[40]. Το κίνημα αυτό ανησύχησε το συμμαχικό στρατόπεδο, εν μέσω των πολεμικών εξελίξεων. Δηλώσεις αποδοκιμασίας έγιναν από τον Τσόρτσιλ, αλλά και από το Ρούζβελτ, που δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η Ελλάς εξήλθε του συμμαχικού στρατοπέδου.».

Η ελληνική κυβέρνηση ανησύχησε για ενδεχόμενη εξασθένιση ισχύος της ελληνικής θέσης και για τυχόν εδαφικές απώλειες μετά τον πόλεμο (π.χ. Δωδεκάνησα). Έτσι αποφάσισε, και με συμμαχική παρότρυνση, την καταστολή του κινήματος (από το Σοφοκλή Βενιζέλο). Οι Βρετανοί ανέλαβαν την κατάσταση και 8.000, από ένα σύνολο 18.500 ενόπλων, φυλακίστηκαν[41]. Στο Ναυτικό, η καταστολή της στάσης έγινε, αποκλειστικά, από Έλληνες αξιωματικούς και ναύτες[42].

Η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποδέχθηκε αργότερα, στο Συνέδριο του Λιβάνου, το Μάιο του 1944, την ενοποίηση όλων των αντιστασιακών δυνάμεων, υπό την εξουσία της εξόριστης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Αυτό έγινε ως μέρος του «Εθνικού Συμβολαίου». Παράλληλα, καταδίκασε το Κίνημα του Ναυτικού. Αργότερα, με τη συμφωνία της Καζέρτας, το ΕΑΜ ενέκρινε την υπαγωγή του ΕΛΑΣ υπό συμμαχική διοίκηση και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ανέλαβε έξι υπουργεία στην κυβέρνηση (Εθνικής ενότητας[43] πια). Ως αποτέλεσμα αυτών των γεγονότων, η ΠΕΕΑ αυτοδιαλύθηκε τον Οκτώβριο.

Απελευθέρωση

Οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις άρχισαν να αποσύρονται σταδιακά, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, από το τέλος του καλοκαιριού του 1944, λόγω της τροπής που είχε πάρει ο πόλεμος στο Ρωσικό και το Γαλλικό μέτωπο. Σχετικά με την Αθήνα, γίνονταν επαφές μεταξύ Βρετανών και Γερμανών, ώστε να μην πέσουν τα όπλα των τελευταίων στον ΕΛΑΣ, αλλά και να μην κάνουν σαμποτάζ οι Γερμανοί εκεί, κατά την αποχώρησή τους[44]. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισέρχονταν σε πολλές από τις πόλεις απ' όπου έφευγαν οι Γερμανοί. Στην Αθήνα, ο ΕΛΑΣ δεν προχώρησε σε λουτρό αίματος, κάτι που εύκολα θα μπορούσε να είχε κάνει, απλώς και μόνο με τα μέλη των βοηθητικών του οργανώσεων. Αντίθετα, μέλη του ΕΑΜ που διαδήλωναν, σκοτώθηκαν από πυροβολισμούς αντιεαμικών οργανώσεων [45]. Τα Τάγματα Ασφαλείας πολέμησαν μέχρις εσχάτων, κάτι που προέκυψε και από την πολιτική όξυνσης, την οποία άσκησαν οι Γερμανοί, για να διαφύγουν με ασφάλεια[46]. Γίνανε κάποιες μάχες, όπως η Μάχη του Μελιγαλά, η οποία κατέληξε σε ήττα των, ταμπουρωμένων στην ομώνυμη κωμόπολη, ταγματασφαλιτών. Ακολούθησαν δίκες των επικεφαλείς τους στο Μελιγαλά και στην Καλαμάτα. Στην κεντρική πλατεία της τελευταίας εκτελέσθηκε, ο «Νομάρχης» Περωτής, αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας[47]. Η φονικότερη όμως, εμφύλια σύγκρουση έγινε στο Κιλκίς.

Τα Δεκεμβριανά του 1944

Κύριο λήμμα: Δεκεμβριανά

Με την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων, τον Οκτώβριο του 1944, το ΕΑΜ βρέθηκε κυρίαρχο στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας, όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και πολιτικά, καθώς είχε αντικαταστήσει σχεδόν όλες τις δομές εξουσίας του κατοχικού κράτους με δικές του[48]. Γερμανικές δυνάμεις όμως, παρέμεναν στην Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και σε διάφορα νησιά του Αιγαίου.

Το χρονικό διάστημα από την απελευθέρωση έως το Φεβρουάριο του 1945 έμεινε γνωστό, σε διάφορες περιοχές της επαρχίας, ως η περίοδος της «Εαμοκρατίας»[49].

Σε τελεσίγραφο της κυβέρνησης Παπανδρέου δόθηκε προθεσμία ως τις 10 Δεκεμβρίου για τον αφοπλισμό όλων των ένοπλων δυνάμεων, πλην μικρών τμημάτων του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, που θα χρησιμοποιούνταν, αν κρινόταν απαραίτητο, σε επιχειρήσεις σε Κρήτη και Δωδεκάνησα. Επίσης, εξαιρέθηκαν η Τρίτη Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος. Διαμαρτυρόμενοι για την εξαίρεση αυτή, οι έξι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτήθηκαν από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στις 2 Δεκεμβρίου. Την επομένη, το ΕΑΜ οργάνωσε συλλαλητήριο, το οποίο κηρύχθηκε παράνομο και πνίγηκε στο αίμα. Την ίδια μέρα, ξεκίνησαν συμπλοκές μεταξύ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, που βρίσκονταν στην Αθήνα, και των βρετανικών δυνάμεων, που ήταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπυ. Αυτός είχε εντολές από τον Τσώρτσιλ να δράσει σαν σε κατεχόμενη πόλη. Σε συνδρομή της κυβέρνησης, και εναντίον του ΕΛΑΣ στάλθηκαν βρετανικές ενισχύσεις[50], που ανέβασαν το πλήθος των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα σε 80.000-90.000[51]. Από αυτούς, 15.000 στην Αθήνα, κατά τον Μ. Λυμπεράτο, τις πρώτες και μόνο μέρες των Δεκεμβριανών[52]. Στο πλευρό των βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων στρατεύτηκαν η οργάνωση Χ, πρώην μέλη των ταγμάτων ασφαλείας, τα οποία είχαν παραδοθεί στον ΕΛΑΣ, αλλά και οι λοιπές αντιστασιακές οργανώσεις (Ρ.Α.Ν, ΠΕΑΝ κ.α.). Την ημέρα των Χριστουγέννων, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Τσώρτσιλ, επισκέφθηκε την Αθήνα για διαπραγματεύσεις. Αυτές απέτυχαν. Η επίθεση, που εξαπολύθηκε κατόπιν εναντίον του, από τον ΕΛΑΣ, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Αθήνα και οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν στις 11 Ιανουαρίου 1945.

Η συνθήκη της Βάρκιζας και η λευκή τρομοκρατία

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945, υπογράφηκε, μεταξύ της κυβέρνησης Πλαστήρα και του ΕΑΜ, η συνθήκη της Βάρκιζας, που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, αποκατάσταση των πολιτικών ελευθεριών, αμνηστία των πολιτικών αδικημάτων (αλλά όχι των ποινικών, κάτι που θα οδηγήσει σε σύγχυση στη συνέχεια), λύση του πολιτειακού με δημοψήφισμα και διενέργεια εκλογών. Η συμφωνία δεν εφαρμόστηκε ποτέ, καθώς οι οπαδοί της αριστεράς δεν αφοπλίστηκαν ολοκληρωτικά και οι κυβερνήσεις δεν προχώρησαν σε γενική αμνηστία. Η δράση παρακρατικών οργανώσεων στην ύπαιθρο, όπου ακόμη ίσχυε ο στρατιωτικός νόμος, συνεχίστηκε εναντίον πρώην μελών του ΕΛΑΣ αρχικά, και αντιπάλων της μοναρχίας κατόπιν. Η δράση αυτή, που έγινε γνωστή ως Λευκή τρομοκρατία, προκάλεσε τη δημιουργία ομάδων αυτοάμυνας, χωρίς την κάλυψη του ΚΚΕ αρχικά.[53] Τα αίτια της γενικευμένης εμφύλιας σύρραξης, που προέκυψε από τα μέσα του 1946, επιχειρεί να εντοπίσει ο ιστορικός, Γιώργος Μαργαρίτης, αναλύοντας το σύστημα εξουσίας που επικράτησε στη μετά-δεκεμβριανή Ελλάδα, και που το αποτελούσαν άτομα και ομάδες, οι οποίες είχαν ταχθεί υπέρ της Βρετανικής επέμβασης στα "Δεκεμβριανά" ,είτε είχαν, πρωτύτερα, εξυπηρετήσει -και εξυπηρετηθεί- από τις δυνάμεις των κατακτητών της χώρας (1941 - 1944). Η πραγματικότητα αυτή, σύμφωνα πάντα με τον καθηγητή Γ. Μαργαρίτη, αποτέλεσε ένα σημαντικό λόγο διχασμού του λαού και ήταν από τις βασικότερες αιτίες που οδήγησαν, εν συνεχεία, στον εμφύλιο πόλεμο[54].

Ολομέτωπη σύγκρουση


Τα γεγονότα του 1946

Στις 5 Φεβρουαρίου, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης ρωτά τη Μόσχα αν θα πρέπει να πάρει μέρος στις επικείμενες εκλογές ή να ξεκινήσει έναν ένοπλο αγώνα. Τρεις μέρες μετά, η απάντηση είναι να συμμετάσχουν στις εκλογές και να μην ακολουθήσουν το δρόμο της ένοπλης εξέγερσης. Όμως ο Ζαχαριάδης, θα ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο, αυτόν του μποϊκοτάζ των εκλογών και την περαιτέρω διεξαγωγή του αγώνα με κάθε δυνατή μέθοδο, μη φθάνοντας ωστόσο στην ένοπλη εξέγερση[55]. Αυτή η τακτική, που θα γίνει επίσημη με απόφαση της Β΄ Ολομέλειας του ΚΚΕ [56], είχε ως αποτέλεσμα την επιτάχυνση της πορείας προς τον ένοπλο εμφύλιο.

Την 31η Μαρτίου, διεξήχθησαν οι πρώτες μεταπολεμικές βουλευτικές εκλογές, μέσα σε κλίμα έντασης και διχόνοιας. Το ΚΚΕ είχε αποφασίσει να απέχει, γεγονός που βοήθησε στην εξασφάλιση ευρείας πλειοψηφίας το συνασπισμό των φιλοβασιλικών παρατάξεων (Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων), που συγκέντρωσε ποσοστό 55,12%. Το ποσοστό της αποχής υπολογίστηκε εκείνη την εποχή από την Αριστερά σε 50%, ενώ κατά τους διεθνείς παρατηρητές της «Συμμαχικής Αποστολής», το μέγεθος της «πολιτικής αποχής» έφτανε το 9.3%[57]. Δεδομένου ότι οι εκλογικοί κατάλογοι περιείχαν παρατυπίες, οι υπολογισμοί της αποχής, όπως και της «πολιτικής αποχής», είναι αδύνατο να ερευνηθούν με ακρίβεια, αλλά εκτιμάται ότι η «πολιτική αποχή» ήταν περίπου 25%, ποσοστό που αντιστοιχούσε σε 350-400.000 ψηφοφόρους, οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως σε περιοχές όπου δεν είχε εξαπλωθεί η «λευκή τρομοκρατία» (τα νησιά και τα μεσαίου και μεγάλου μεγέθους αστικά κέντρα). Το ΚΚΕ δεν αναγνώρισε το εκλογικό αποτέλεσμα και κατήγγειλε τις εκλογές ως νόθες και παράνομες[58] [59].

Ως πρώτη πολεμική ενέργεια, που θεωρήθηκε ότι σηματοδοτούσε την επίσημη έναρξη του Ελληνικού Εμφυλίου, αναφέρεται η αιφνιδιαστική, αιματηρή επιδρομή 33 κομμουνιστών ανταρτών, με αρχηγό τον Αλέξανδρο Ρόσιο (Υψηλάντη), εναντίον του σταθμού Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο Πιερίας, η οποία ξεκίνησε το βράδυ της 30ής προς 31η Μαρτίου του 1946.[60] Κατάληξη της επιδρομής εκείνης ήταν 11 νεκροί (9 χωροφύλακες και 2 εθνοφύλακες).[61] Ο "Ριζοσπάστης", την επομένη, κατήγγειλε την επίθεση ως «προβοκάτσια» των κυβερνητικών [62], άποψη όμως, που δεν επιβεβαίωσε η ιστορία.

Υποστηρίζεται ότι η κίνηση εκείνη είχε καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, εξέφραζε δηλαδή, την επιθυμία της ηγεσίας του ΚΚΕ, όχι τόσο να πάρει την πρωτοβουλία στη σύγκρουση, αλλά βασικά να προειδοποιήσει για την ισχύ του, προστατεύοντας παράλληλα τα διωκόμενα, κατά την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας», στελέχη του. Άλλωστε, αρχές του 1946, είχαν γίνει τα γεγονότα στην Καλαμάτα από τη συμμορία του Μαγγανά, με δεκάδες νεκρούς αριστερούς.[63]

Στο επόμενο διάστημα, οι ένοπλες επιθέσεις εναντίον σταθμών χωροφυλακής άρχισαν να πληθαίνουν και οι συγκρούσεις στην ύπαιθρο, μεταξύ ανταρτών και παρακρατικών συμμοριών, έγιναν συχνότερες. Σημαντικότερη υπήρξε η επίθεση ανταρτών εναντίον λόχου του στρατού στην Ποντοκερασιά του Κιλκίς. Ο λόχος εξοντώθηκε και 40 στρατιώτες του προσχώρησαν στις ομάδες των ανταρτών.[64]

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση ενέκρινε, στις 18 Ιουνίου, το Γ΄ Ψήφισμα («περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την δημοσίαν τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας»). Με το ψήφισμα αυτό, ξεκίνησαν μαζικές διώξεις εναντίον αριστερών ή ύποπτων για αριστερά φρονήματα. Επίσης, υπήρξαν αποφάσεις για θανατικές ποινές. Οι πρώτες εκτελέσεις θανατοποινιτών έγιναν στα τέλη του επόμενου μήνα (Ιούλιος 1946).[65] Τον Αύγουστο του 1946 δολοφονήθηκε στη Θεσσαλία, από τους παρακρατικούς του Σούρλα, ο δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη, Κώστας Βιδάλης.

Την 1η Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα για την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β΄. Υπέρ της παλινόρθωσης της μοναρχίας ψήφισε το 68,4% και εναντίον το 31,6%.[66] Το ΚΚΕ συμμετείχε στο δημοψήφισμα καλώντας τον ελληνικό λαό να ρίξει λευκό.

Η επιστροφή του βασιλιά οδήγησε σε κλιμάκωση του εμφυλίου. Στις 21 Σεπτεμβρίου, οι αντάρτες κατέλαβαν, προσωρινά, τη Δεσκάτη και στις 2 Οκτωβρίου, τη Νάουσα. Στις 27 Οκτωβρίου, σχηματίστηκε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας και εγκατέστησε το γενικό του αρχηγείο στην Τσούκα Χασίων.[67]

Παράλληλα, η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, με σκοπό τη δημιουργία ισχυρού εθνικού στρατού. Μετά την εφαρμογή του Γ΄ Ψηφίσματος, υπήρξαν μαζικές εκκαθαρίσεις στις ένοπλες δυνάμεις, από όσους ήταν ύποπτοι για αριστερά φρονήματα. Από το Φεβρουάριο του 1947, οι αριστεροί στρατεύσιμοι εκτοπίζονταν στο στρατόπεδο της Μακρονήσου, που δημιουργήθηκε γι' αυτό το σκοπό. Για την ανάληψη τοπικών αποστολών συγκροτήθηκαν οι Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) και οι Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως (ΜΑΔ), οι οποίες υπήρξαν εξέλιξη παραστρατιωτικών οργανώσεων που δρούσαν ήδη στην ύπαιθρο.

Προς το τέλος του χρόνου, σημειώθηκαν σφοδρότερες ένοπλες συγκρούσεις. Στις 13 Νοεμβρίου, μεγάλη δύναμη ανταρτών, που ξεπερνούσε τους 300 άντρες, επιτέθηκε εναντίον λόχου του ΕΣ στο Σκρα. Οι αντάρτες, αφού κατέλαβαν το χωριό, αποχώρησαν την επόμενη μέρα. Σύμφωνα με δήλωση του υπουργού των Στρατιωτικών, βρέθηκαν νεκροί 17 άντρες του ΕΣ και 50 κάτοικοι, εκ των οποίων ένα βρέφος δύο ετών[68]. Στις 31 Δεκεμβρίου, ο Δημοκρατικός Στρατός κατέλαβε προσωρινά την Υπάτη.[69]

Οι αντίπαλοι στρατοί

Από τη μια μεριά βρίσκονταν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, με τη συνδρομή δυνάμεων της Χωροφυλακής, των ΤΕΑ (Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας) και λαμβάνοντας αρκετή υλική στήριξη από τους δυτικούς Συμμάχους (αρχικά από τη Μ.Βρετανία και μετέπειτα τις ΗΠΑ). Στον Ελληνικό Στρατό συμμετείχαν Έλληνες πολίτες, με κλήση κλάσεων, με την υποστήριξη όλων των πολιτικών δυνάμεων, υπό το γηραιό βενιζελικό ηγέτη Θεμιστοκλή Σοφούλη,στην Ελλάδα, αλλά και στρατιώτες, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της κατοχής, είχαν συμμετάσχει στα Τάγματα Ασφαλείας (πολιτοφυλακή υπό γερμανική διοίκηση). Η Χωροφυλακή και η Εθνοφυλακή συνέδραμαν τον Ελληνικό Στρατό, όπου ήταν δυνατό, ενώ αλλού κάλυπταν τα νώτα του, με καθήκοντα φύλαξης σε αστικά κέντρα ή κεφαλοχώρια. Τέλος, στους άτυπους συμμάχους της κυβερνητικής παράταξης συγκαταλέγονται και παρακρατικές οργανώσεις, αποτελούμενες από πλήθος κόσμου, συντηρητικών και αντι-κομμουνιστικών φρονημάτων. Αυτοί πολέμησαν αυτοβούλως τους κομμουνιστές μέχρι το πέρας των επιχειρήσεων. Επιπρόσθετα, η Ελληνική κυβέρνηση έκανε χρήση των μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού (όπου ήταν δυνατό), για επικουρικές του στρατού επιχειρήσεις, αλλά και της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΕΒΑ), της οποίας η συνεισφορά ήταν καθοριστική σε όλες τις φάσεις του αντιανταρτικού αγώνα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο έδαφος. Τον Εθνικό Στρατό συνέδραμαν, αρχικά, οι Βρετανοί, αλλά όταν έκριναν ότι ήταν ασύμφορη για τα γεωπολιτικά τους σχέδια η Ελλάδα, αποφάσισαν να αποχωρήσουν σταδιακά. Η ελληνική πλευρά απηύθυνε τότε έκκληση για βοήθεια στις ΗΠΑ. Αυτό οδήγησε στο Δόγμα Τρούμαν (1947), από την πλευρά των ΗΠΑ, που πρακτικά μεταφραζόταν σε πρόσθετη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια στην Ελλάδα. Το γενικό συντονισμό του Εθνικού Στρατού ανέλαβε, αρχικά, ο στρατηγός Τζέιμς Βαν Φλητ. Μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένες πηγές,[εκκρεμεί παραπομπή] ο υπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε πει στο στρατηγό Βαν Φλητ: «Στρατηγέ, ιδού ο στρατός σας!». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος όμως, πάντοτε, από τότε και μέχρι το θάνατό του αρνιόταν, και μάλιστα με σθένος, ότι είπε ποτέ αυτή τη φράση. Ούτε πηγές υπάρχουν που να την επιβεβαιώνουν, ούτε κάποιο έντυπο, ούτε λεπτομέρειες που να περιγράφουν τον τόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες ελέχθη η φράση αυτή. (Βλ. Ν. Εστία τ.1676/1997 σελ. 220-223).

Από την άλλη μεριά βρίσκονταν οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), με κύριο μέρος των όπλων, πυρομαχικών και άλλων εφοδίων (κυρίως στη βόρεια Πίνδο, καθώς οι πενιχρές μεταφορικές του δυνατότητες δεν επέτρεπαν σε μεγάλες ποσότητες εφοδίων να σταλούν νότια) να φτάνουν ως υλική στήριξη από τις γειτονικές νεοσύστατες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες: Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Αλβανία, μέσω των αμαξιτών δρόμων που κατασκεύασε (ο ΔΣΕ) στα όρη του Γράμμου και του Βιτσίου. Οι δυνάμεις του ΔΣΕ στην Πελοπόνησσο και στα νησιά - ιδιαίτερα στην Κρήτη- εφοδιάζονταν, κατ' αποκλειστικότητα, από τις επιθέσεις εναντίον τμημάτων του Στρατού, από τις Μ.Α.Υ. (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου), που αφόπλιζαν σχετικά εύκολα, αλλά και από τις νικηφόρες στρατιωτικές επιχειρήσεις σε μεγάλα αστικά κέντρα (Καλαμάτα, Ζαχάρω, Καλάβρυτα κ.α). Αρκετά εφόδια ήταν λάφυρα από τη Γερμανική Κατοχή (1941-1944). Ιδιαίτερα, η συνδρομή της Γιουγκοσλαβίας, η οποία ξεκίνησε το δεύτερο ήμισυ του 1946 και τελείωσε το δεύτερο ήμισυ του 1948, ήταν δωρεάν και είχε αποφασιστική σημασία για το αξιόμαχο του ΔΣΕ στη Βόρεια Ελλάδα.[70] Αυτή η βοήθεια περιλάμβανε, εκτός από στρατιωτικό υλικό, ρουχισμό, τρόφιμα, φάρμακα, μέριμνα τραυματιών, υποστήριξη στην προπαγάνδα, χρηματική βοήθεια, ηθική και πολιτική υποστήριξη. Στις παροχές συγκαταλέγονταν ακόμα, στρατιωτικοί σύμβουλοι, που πήγαιναν στην Ελλάδα και παρείχαν επαγγελματική υποστήριξη στο επιτελείο του ΔΣΕ, όπως και στην εξάσκηση και χρήση οπλισμού, αλλά και στη δημιουργία στρατιωτικής ιατρικής υπηρεσίας. Επιπλέον, το έδαφος της Γιουγκοσλαβίας ήταν μια βάση επιμελητείας, όπου εκπαιδεύονταν μαχητές και στελέχη του ΔΣΕ.[71]

Στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος συσπειρώθηκαν μέλη και φίλοι του ΚΚΕ, αλλά και τεράστιος αριθμός γηγενών, σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας, άντρες και γυναίκες. Όσο οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις οργανώνονταν καλύτερα και επιστράτευαν περισσότερους άντρες, τόσο μεγάλωνε το ποσοστό ένταξης των γυναικών στο ΔΣΕ. Ενώ το Νοέμβριο του 1948 ήταν 12-15%, τον Απρίλιο του 1949 έφτασαν να αποτελούν το 70% στις βοηθητικές υπηρεσίες και το 30% στις μάχιμες μονάδες.[72]

Τα γεγονότα του 1947

Από τα τέλη του προηγούμενου χρόνου, οι Άγγλοι είχαν εκφράσει την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από την Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση στράφηκε τότε, προς τις ΗΠΑ. Μετέβη στη Βόρεια Αμερική, το Δεκέμβρη του 1946, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης. Οι ΗΠΑ έστειλαν στην Ελλάδα, στις αρχές Ιανουαρίου, επιτροπή εμπειρογνωμόνων, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Πωλ Α. Πόρτερ. Ένα από τα αιτήματα της αμερικανικής πλευράς ήταν η δημιουργία κυβέρνησης ευρύτερης συνεργασίας, με τη συμμετοχή των κεντρώων παρατάξεων. Κατόπιν της αμερικανικής πίεσης, η δεξιά κυβέρνηση Τσαλδάρη παραιτήθηκε, και στις 24 Ιανουαρίου 1947 σχηματίστηκε κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας, με νέο Πρωθυπουργό το Δημήτριο Μάξιμο. Οι ΗΠΑ εξέφρασαν επίσημα τη στήριξή τους στην Ελλάδα με το δόγμα Τρούμαν, που ανακοινώθηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο, στις 12 Μαρτίου. Με βάση το δόγμα Τρούμαν, οι ΗΠΑ θα εξασφάλιζαν στην Ελλάδα οικονομική. τεχνική και στρατιωτική υποστήριξη. Το σχέδιο για βοήθεια στην Ελλάδα εγκρίθηκε από το Κογκρέσο, στις 10 Μαΐου, και στις 22 Μαΐου, έγινε νόμος του Αμερικανικού κράτους.[73] Το δόγμα Τρούμαν συνιστά την πρώτη επέμβαση των ΗΠΑ στα εσωτερικά θέματα μίας άλλης χώρας, μετά το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ για την Ελλάδα σηματοδοτεί την αφετηρία της δεύτερης φάσης του εμφυλίου. Οι όροι της αμερικανικής βοήθειας καθορίστηκαν με την υπογραφή της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας, στις 20 Ιουνίου 1947.[74] Αρχηγός της αμερικανικής αποστολής βοήθειας ανέλαβε ο Ντουάιτ Γκρίνσγουολντ, πρώην Κυβερνήτης της Νεμπράσκα, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα στις 14 Ιουλίου 1947. Σημαντική πολιτική εξέλιξη, στο διάστημα αυτό, υπήρξε ο αιφνίδιος θάνατος του Βασιλιά Γεωργίου Β', την 1η Απριλίου 1947. Το Γεώργιο διαδέχτηκε ο μικρότερος αδελφός του, Παύλος.

Από τις αρχές του χρόνου, οι συγκρούσεις ανάμεσα στις αντίπαλες πλευρές βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1947, ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου κατέλαβε αιφνιδιαστικά τη Σπάρτη και απελευθέρωσε, από τις φυλακές της πόλης, 176 κρατούμενους. Τον Απρίλιο, τέθηκε σε εφαρμογή από την κυβέρνηση το σχέδιο «Τέρμινους», με σκοπό την εκμηδένιση των αντάρτικων ομάδων, που δρούσαν στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα. Η επιχείρηση ξεκίνησε από τα νότια Άγραφα, όπου δρούσαν ισχυρές δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού. Ένα τάγμα του Δημοκρατικού Στρατού της περιοχής βρέθηκε εγκλωβισμένο από τις δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού στα Μεγάλα Βραγγιανά. Οι ομάδες των ανταρτών, έχοντας ως μόνη διέξοδο το πέρασμα από τον ορεινό αυχένα της Νιάλας, αποφάσισαν να το διασχίσουν. Στην πορεία τους, οι καιρικές συνθήκες επιδεινώθηκαν και η σφοδρή χιονοθύελλα που ξέσπασε προκάλεσε τον θάνατο πολλών στρατιωτών και αμάχων, που τους συνόδευαν. Στην ίδια επιχείρηση, καταγράφηκε και το μοναδικό περιστατικό, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, όπου στρατιώτες των αντίπαλων πλευρών βρέθηκαν συμφιλιωμένοι, για ένα βράδυ, να μοιράζονται τις ίδιες σκηνές, για να προστατευτούν από τη μανία της φύσης.[75][76] Οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν, στη συνέχεια, βορειότερα, στον Κόζιακα και στα Τζουμέρκα. Το Μάιο, μεταφέρθηκαν στα Χάσια, τα Αντιχάσια και τη βόρεια Πίνδο και τον επόμενο μήνα, επεκτάθηκαν προς τον Όλυμπο και τα Πιέρια. Παρά τη μεγάλη τους έκταση, οι επιχειρήσεις του Ελληνικού στρατού δε στέφτηκαν από επιτυχία καθώς, οι αντάρτες του ΔΣΕ κατάφερναν να ανακαταλαμβάνουν περιοχές ή να διεισδύουν σε νέες. Από τα μέσα του καλοκαιριού, ο ΔΣΕ ανέλαβε μεγάλης έκτασης επιθετικές επιχειρήσεις, με την απόπειρα κατάληψης της πόλης των Γρεβενών, στις 25 Ιουλίου 1947, και του Μετσόβου, δύο μήνες αργότερα, στις 18 Οκτωβρίου. Και οι δύο απόπειρες απέτυχαν.[69] Η αποτυχία των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων προκάλεσε κυβερνητική κρίση, που οδήγησε σε πτώση της κυβέρνησης Μάξιμου, στις 23 Αυγούστου. Μετά από μία βραχύβια κυβέρνηση, του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, σχηματίστηκε, στις 7 Σεπτεμβρίου 1947, κυβέρνηση συνεργασίας Λαϊκού Κόμματος - Φιλελευθέρων, πρωθυπουργός της οποίας ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης. Η κυβέρνηση Σοφούλη ψήφισε, στις 11 Σεπτεμβρίου, τη χορήγηση αμνηστίας σε όσους αντάρτες παρέδιδαν τα όπλα τους, σε διάστημα ενός μήνα. Η προσπάθεια αυτή δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, λόγω της έντονης δυσπιστίας προς την κυβέρνηση. Το σχέδιο κατευνασμού εγκαταλείφθηκε τελικά, στα μέσα Οκτωβρίου, με νέες διώξεις να ακολουθούν και με την απαγόρευση κυκλοφορίας του Pιζοσπάστη (18 Οκτωβρίου 1947)[77].

Την ίδια περίοδο, το ΚΚΕ σκλήρυνε περισσότερο τη στάση του, με τις αποφάσεις της 3ης ολομέλειας της Κ.Ε. του κόμματος. Η ολομέλειά του, που συνήλθε στις 12 με 15 Σεπτεμβρίου, αποφάσισε τη μεταφορά του κέντρου βάρους του κόμματος στη διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα. Καθορίστηκε επίσης, το σχέδιο «Λίμνες», το οποίο στόχευε στη δημιουργία ξεχωριστού κράτους στη βόρεια Ελλάδα, με κομμουνιστική κυβέρνηση. Για την επίτευξη του στόχου, προέβλεπε δημιουργία τακτικού στρατού, με δύναμη τουλάχιστον 60.000 στρατιωτών. Στις 24 Δεκεμβρίου, ανακοινώθηκε η ίδρυση κυβέρνησης στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές, που ονομάστηκε Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση. Πρόεδρός της ανέλαβε ο Μάρκος Βαφειάδης, που επωμίστηκε και τα καθήκοντα του υπουργού στρατιωτικών. Την επόμενη μέρα, ο ΔΣΕ εξαπέλυσε επίθεση για την κατάληψη της Κόνιτσας. Ένας από τους σκοπούς της επιχείρησης ήταν να καταστεί η πόλη, έδρα της νέας κυβέρνησης. Η κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα, και, στις 27 Δεκεμβρίου, εξέδωσε τον Αναγκαστικό Νόμο 509, «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του Κοινωνικού Καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», που έθεσε εκτός νόμου το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την Εθνική Αλληλεγγύη.[78]

Το 1947 σημαδεύτηκε από το θάνατο ηγετικών στελεχών της αριστεράς. Στις 20 Μαρτίου 1947, δολοφονήθηκε ο Γιάννης Ζέβγος, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, και ένα από τα στελέχη του ΕΑΜ που υπουργοποιήθηκαν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, του Γεωργίου Παπανδρέου, το 1944. Η δολοφονία του Ζεύγου αποδόθηκε, από το φιλοκυβερνητικό τύπο, σε «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στους κόλπους της Αριστεράς, ενώ, για το Ριζοσπάστη, ήταν έγκλημα των «μοναρχοφασιστών».[79] Μετά από χρόνια, ο δράστης ομολόγησε ότι ήταν όργανο της κυβέρνησης [εκκρεμεί παραπομπή].

Στις 9 Μαΐου 1947, πέθανε στην Ικαρία, όπου βρισκόταν εξόριστος, ο Ευριπίδης Μπακιρτζής, πρώην ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ. Ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε ύποπτος, από την αριστερά, καθώς παρουσιάστηκε ως αυτοκτονία. Το Μάιο του 1947, πέθανε από καρδιακή προσβολή ο Γιώργης Σιάντος, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, κατά τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης.

O ΟΗΕ, την 21η Οκτωβρίου 1947, ενέκρινε ψήφισμα, στο οποίο αναφέρεται ότι οι Αλβανία, Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία υποστηρίζουν τους αντάρτες που μάχονται κατά της Ελληνικής Κυβέρνησης και καλεί τις χώρες αυτές να σταματήσουν τη βοήθεια αυτή. Το ψήφισμα προέκυψε από αίτημα της Ελληνικής Κυβέρνησης, της 3ης Δεκεμβρίου 1946, και βασίστηκε σε πόρισμα επιτροπής του ΟΗΕ, που εξέτασε το θέμα.[80][81]

Τα γεγονότα του 1948

Στις αρχές του 1948, βρισκόταν σε εξέλιξη η μάχη της Κόνιτσας, η οποία τερματίστηκε, στις 6 Ιανουαρίου 1948, με την αποτυχία του ΔΣΕ να καταλάβει την πόλη.[69] Στις αρχές Φεβρουαρίου, ομάδα ανταρτών προχώρησε σε μία παράτολμη επιχείρηση, που προκάλεσε έντονη ανησυχία στις κυβερνητικές αρχές. Τη νύχτα της 9ης προς 10η Φεβρουαρίου του 1948, δύναμη Ανταρτών, που προερχόταν από τα Κρούσσια Όρη, έφτασε σε απόσταση 8 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Στην τοποθεσία Δερβένι – Λεμπέτ οι αντάρτες τοποθέτησαν ένα πυροβόλο και πραγματοποίησαν ρίψεις οβίδων προς τη Θεσσαλονίκη. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, ο στρατός και η χωροφυλακή εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό, συλλαμβάνοντας μεγάλο αριθμό ανταρτών που συμμετείχαν στην επιχείρηση.[82] Την ίδια περίοδο, ο κυβερνητικός στρατός πραγματοποιούσε επιχειρήσεις για την κατάληψη του όρους Μουργκάνα, που κατέληξαν σε αποτυχία. [83]

Την άνοιξη του 1948, τέθηκε σε εφαρμογή, από τον κυβερνητικό στρατό, το σχέδιο «Χαραυγή», που στόχευε στην εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας από τις δυνάμεις του ΔΣΕ που δρούσαν εκεί. Οι επιχειρήσεις πέτυχαν προσωρινή εκκαθάριση των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, όμως, οι μονάδες του ΔΣΕ ανασυντάχθηκαν στα νότια Άγραφα.

Το τελείωμα της άνοιξης του 1948, σημαδεύτηκε από δύο απ’ τις σημαντικότερες πολιτικές δολοφονίες, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Την 1η Μαΐου 1948, δολοφονήθηκε, στο κέντρο της Αθήνας, ο υπουργός Δικαιοσύνης Χρήστος Λαδάς, από μέλος της ΟΠΛΑ (της πολιτοφυλακής του ΔΣΕ). Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά είχε ως συνέπεια τη λήψη έκτακτων στρατιωτικών μέτρων, που περιελάμβαναν απαγόρευση της κυκλοφορίας τις νυχτερινές ώρες.

Στις 16 Μαΐου, βρέθηκε δολοφονημένος, στη Θεσσαλονίκη, ο Αμερικανός δημοσιογράφος, Τζορτζ Πολκ. Ο Πολκ είχε φτάσει στη Θεσσαλονίκη στις 7 Μαΐου, με σκοπό να προωθηθεί στη Δυτική Μακεδονία, για να συναντήσει και να πάρει συνέντευξη από τον ηγέτη του ΔΣΕ, Μάρκο Βαφειάδη. Τα ίχνη του χάθηκαν την επόμενη μέρα και, μια βδομάδα αργότερα, βρέθηκε το πτώμα του να επιπλέει στο Θερμαϊκό. Η χωροφυλακή επέρριψε ευθύνες στο ΚΚΕ και κατηγόρησε για τη δολοφονία δύο στελέχη του κόμματος, τον Αδάμ Μουζενίδη και τον Ευάγγελο Βασβανά. Αργότερα, αποκαλύφθηκε πως οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι δεν είχαν σχέση με τη δολοφονία, αφού ο πρώτος ήταν ήδη νεκρός, εκείνη την περίοδο, και ο δεύτερος βρισκόταν στο Γράμμο. Αν και οι ελληνικές αρχές έκλεισαν την υπόθεση, χωρίς να αποκαλυφθούν οι πραγματικοί δράστες, νεότερα στοιχεία και δημοσιογραφικές έρευνες έδειξαν πως πίσω από τη δολοφονία βρίσκονταν μυστικές υπηρεσίες, με ανάμειξη Αμερικανών ή Άγγλων πρακτόρων.[84][85]

Το καλοκαίρι του 1948, τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο «Κορωνίς», με στόχο τη διάλυση του κύριου σώματος του Δημοκρατικού Στρατού, που βρισκόταν στην περιοχή του Γράμμου. Στις αρχές Αυγούστου, ο κυβερνητικός στρατός κατέλαβε το, στρατηγικής σημασίας, ύψωμα του Κλέφτη, στα βόρεια της Κόνιτσας, ανοίγοντας το δρόμο για το Γράμμο. Μετά την πτώση και του Κάμενικ, στα βορειοδυτικά της Κόνιτσας, ο ΔΣΕ εγκατέλειψε τις θέσεις του στο Γράμμο και, με έναν ελιγμό, που επιχείρησε τη νύχτα της 20ης προς 21η Αυγούστου 1948, διέφυγε και ανασυντάχτηκε στο Βίτσι. Με βάση τα νέα δεδομένα, ο κυβερνητικός στρατός κατάρτισε σχέδιο για τη συντριβή των ανταρτών, που είχαν διαφύγει στο Βίτσι. Η νέα σχεδίαση απαιτούσε εξόντωση των δυνάμεων του δημοκρατικού στρατού, στο χώρο των βουνών Μάλι Μάδι και Μπούτσι, οι οποίες έλεγχαν τα περάσματα από το Βίτσι προς την Αλβανία. Η επίθεση στις θέσεις των ανταρτών ξεκίνησε στις 30 Αυγούστου.Μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου, ο κυβερνητικός στρατός είχε καταλάβει τα υψώματα Βούτσι, Ραμπατίνα και Μεσκίνα, άλλα δεν κατάφερε να πετύχει τη συνολική κατάληψη του βουνού Μάλι Μάδι, λόγω της ισχυρής αντίστασης που συνάντησε στην κορυφή του και στο ύψωμα Μπούτσι, στη βορειοανατολική πλευρά του. Στις 9 Σεπτεμβρίου όμως, ο Δημοκρατικός Στρατός ξεκίνησε αντεπίθεση, ανακαταλαμβάνοντας τις κορυφές Μεσκίνα και Ραμπατίνα. Στις 12 Σεπτεμβρίου, κατέλαβε την κορυφή Βούτσι, στην νοτιοανατολική πλευρά του Μάλι Μάδι, ολοκληρώνοντας την ανακατάληψη του βουνού. Ο κυβερνητικός στρατός, που υπέστη ανέλπιστη ήττα, υποχώρησε και κατέφυγε στην Καστοριά. Με την ήττα του κυβερνητικού στρατού στο Μάλι Μάδι τερματίστηκε η επιχείρηση Κορωνίς, έχοντας αποτύχει.[86]

Στο επόμενο διάστημα, ο ΔΣΕ πραγματοποίησε επιχειρήσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στις 12 Δεκεμβρίου 1948, κατέλαβε προσωρινά την πόλη της Καρδίτσας και προχώρησε σε στρατολόγηση 1000 κατοίκων.[87]

Το 1948, εγκαινιάστηκε το σχέδιο Μάρσαλ, που προσέφερε μεγάλη οικονομική ενίσχυση στην Ελλάδα. Η συμφωνία για την ένταξη της Ελλάδας στο σχέδιο Μάρσαλ υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1948. Ήδη, η Ελλάδα είχε λάβει σημαντικές ενισχύσεις, από τον Αύγουστο του 1947, στο πλαίσιο του δόγματος Τρούμαν.[88][89]

Στις κοινωνικές εξελίξεις του έτους, συγκλονιστικότερη εξέλιξη υπήρξε η αναγκαστική απομάκρυνση παιδιών από τις εμπόλεμες περιοχές. Οι μετακινήσεις αυτές έγιναν και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, με την κάθε μια να προτάσσει ανθρωπιστικούς λόγους. Το Μάρτιο του 1948, υπήρξε απόφαση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης για την αποστολή παιδιών, από τις εμπόλεμες περιοχές, σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα παιδιά, ηλικίας 3 έως 14 ετών, που μεταφέρθηκαν εκτός Ελλάδας, υπολογίζονται σε περισσότερα από 20.000. Το γεγονός αυτό προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αντίπαλη πλευρά, που το παρομοίασε με το παιδομάζωμα της Τουρκοκρατίας. Η κυβέρνηση απάντησε με παρόμοιο τρόπο, μεταφέροντας χιλιάδες παιδιά, από τις εμπόλεμες περιοχές, στις επονομαζόμενες Παιδουπόλεις της Φρειδερίκης (ιδρύματα που δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό). Κατά πόσο αυτές οι πρωτοβουλίες έγιναν με μοναδικό σκοπό τη σωτηρία των παιδιών είναι θέμα που παραμένει, ακόμα και σήμερα, ανοικτό .[83][90][91]

Τα γεγονότα του 1949

Μετά την αποτυχία του σχεδίου Κορωνίς, η κυβέρνηση της Αθήνας προχώρησε σε σημαντικές ανακατατάξεις στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων. Τον Οκτώβριο του 1948, προτάθηκε στον Αλέξανδρο Παπάγο η θέση του Αρχιστράτηγου κα,ι αφού έγιναν δεκτοί οι όροι του, ανέλαβε επίσημα, στις 11 Ιανουαρίου 1949. Η νέα ηγεσία του κυβερνητικού στρατού κατάστρωσε νέο σχέδιο με στόχο την οριστική συντριβή του ΔΣΕ. Το πρώτο μέρος του σχεδίου αφορούσε την εκκαθάριση της Πελοποννήσου και ονομάστηκε σχέδιο «Περιστέρα». Το σχέδιο Περιστέρα τέθηκε σε εφαρμογή στα μέσα Δεκεμβρίου του 1948 και ολοκληρώθηκε με επιτυχία μέχρι τις αρχές Μαρτίου του 1949. Σημαντικότερη υπήρξε η επιχείρηση εκκαθάρισης των αντάρτικων ομάδων του Πάρνωνα, που ήταν από τις ισχυρότερες που δρούσαν στην Πελοπόννησο. Καθοριστικές νικηφόρες μάχες, εναντίον τους, δόθηκαν στο Λεωνίδιο και στον Άγιο Βασίλειο, στις 20 και 22 Ιανουαρίου.[92][93]

Στο ίδιο διάστημα, ο ΔΣΕ είχε αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις, με στόχο την κατάληψη πόλεων που θα του εξασφάλιζαν εφόδια και νέες στρατολογίες. Πετυχημένες υπήρξαν οι επιθέσεις του Δημοκρατικού Στρατού στη Νάουσα (12 Ιανουαρίου)[94] και στο Καρπενήσι (20 Ιανουαρίου-7 Φεβρουαρίου), ενώ απέτυχε η επίθεση εναντίον της Φλώρινας (Μάχη της Φλώρινας, 11-14 Φεβρουαρίου). Στο ίδιο διάστημα, προχώρησε και στην ανακατάληψη του Γράμμου. Τον Απρίλιο του 1949, και, πιο συγκεκριμένα, στις 3 Απριλίου[95], ανασχηματίστηκε η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, επικεφαλής της οποίας τέθηκε ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ενώ στη σύνθεσή της περιελήφθησαν εκπρόσωποι της Γ.Σ.Ε.Ε., του Ε.Α.Μ., της Α.Κ.Ε. και άλλων φορέων. Είχε προηγηθεί, ήδη από τα τέλη του προηγούμενου χρόνου, η ρήξη Ζαχαριάδη – Βαφειάδη, που έθεσε τον τελευταίο εκτός της ΠΔΚ. Στις 20 Απριλίου, η Π.Δ.Κ. απεύθυνε έκκληση στον Ο.Η.Ε. για διεθνή μεσολάβηση προς τερματισμό της εμφύλιας σύρραξης, ενώ οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας πρότειναν στην ΕΣΣΔ να συμμετάσχει σε συζητήσεις για το ελληνικό ζήτημα[96].

Στις αρχές της άνοιξης, ο κυβερνητικός στρατός έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο Πύραυλος με σκοπό την εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας και της νότιας Θεσσαλίας. Το σχέδιο ολοκληρώθηκε με επιτυχία στις αρχές του καλοκαιριού. Στο διάστημα αυτό, στις 24 Ιουνίου 1949, πέθανε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Θεμιστοκλής Σοφούλης, σε ηλικία 89 ετών. Αντικαταστάτης του ορίστηκε ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου, Αλέξανδρος Διομήδης. Λίγες ημέρες μετά, στις 11 Ιουλίου 1949, έλαβε χώρα η απόφαση του Τίτο για κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων. Η απόφαση αυτή υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του εμφυλίου και επιτάχυνε την ήττα του ΔΣΕ.

Στις 10 Ιουλίου 1949, ημέρα κατά την οποία ο Τίτο απέρριψε με οργή και με πρόσχημα τις κατηγορίες του ΚΚΕ ότι η κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας συνεργάζονταν με την Ελληνική Κυβέρνηση και έκλεισε τα γιουγκοσλαβικά σύνορα με την Ελλάδα[ασαφές], ο Ραδιοσταθμός του Βελιγραδίου ανακοίνωσε πρόσκληση προς «όλους τους Μακεδόνες που δεν είχαν ελεύθερη πατρίδα» να καταφύγουν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας.[97] Η ρήξη αυτή διέσπασε και τους σλαβομακεδόνες κομμουνιστές[ασαφές], πολλοί από τους οποίους αρνήθηκαν να καταδικάσουν την τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία και διεχώρισαν τη θέση τους από αυτήν του ΚΚΕ. Πολλοί μαχητές και πολλά στελέχη εγκατέλειψαν το Βίτσι και πέρασαν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας.[98]

Επιχείρηση «Πυρσός»

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο «Πυρσός», με στόχο τις θέσεις του ΔΣΕ στον Γράμμο και στο Βίτσι. Η πρώτη φάση του σχεδίου, που ονομάστηκε Πυρσός Α΄, ξεκίνησε στο Γράμμο, τη νύχτα 2 προς 3 Αυγούστου. Η επιχείρηση αυτή, που διήρκεσε μέχρι τις 8 Αυγούστου, ήταν παραπλανητικού χαρακτήρα, καθώς κύριος στόχος ήταν οι θέσεις των ανταρτών στο Βίτσι.

Η κύρια επιχείρηση προς το Βίτσι ξεκίνησε στις 10 Αυγούστου και έφερε την ονομασία Πυρσός Β΄. Ο κυβερνητικός στρατός, που υπερίσχυε σε αριθμητικές δυνάμεις και πολεμικό εξοπλισμό και διέθετε αεροπορική υποστήριξη, κατόρθωσε, μέχρι τις 16 Αυγούστου, να εκκαθαρίσει πλήρως το Βίτσι. Ο κύριος όγκος των ανταρτών του Βιτσίου διέφυγε προς τον Γράμμο, όπου διεξήχθη η τελική φάση της επιχείρησης Πυρσός, με την ονομασία Πυρσός Γ΄. Η επίθεση του Εθνικού Στρατού εξαπολύθηκε στο Γράμμο, στις 25 Αυγούστου. Έπειτα από σφοδρό βομβαρδισμό, στον οποίο χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και οι εμπρηστικές βόμβες Ναπάλμ, η άμυνα των ανταρτών κάμφθηκε και στις 29 Αυγούστου ο ΔΣΕ εγκατέλειψε το βουνό αυτό και διέφυγε προς την Αλβανία. Με την κατάληψη του Κάμενικ, στις 30 Αυγούστου, έληξε το πολεμικό σκέλος του Εμφυλίου.[99]

Στις 15 Οκτωβρίου του 1949, η εξόριστη πλέον, «Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση» των ανταρτών, έδωσε τέλος στις εχθροπραξίες[100], με διάγγελμα, που μεταδόθηκε από ραδιοσταθμό του Βουκουρεστίου. Στο διάγγελμα αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής:

Ο ΔΣΕ δεν κατέθεσε τα όπλα, μονάχα τα έθεσε παρά πόδα. Υποχώρησε μπροστά στην τεράστια υλική υπεροχή που συγκέντρωσαν οι ξένοι καταχτητές ενισχυμένοι απ' την τιτοϊκή αποστασία και προδοσία που τον χτύπησε πισώπλατα. Μα ο ΔΣΕ δεν λύγισε και δεν συντρίφτηκε. Παραμένει ισχυρός με ακέραιες τις δυνάμεις του. Σταμάτησε την αιματοχυσία για να σώσει την Ελλάδα από την ολοκληρωτική εκμηδένιση και τα συμφέροντα του τόπου τα έβαλε πάνω απ' όλα. Οι δυνάμεις μας στο Βίτσι και το Γράμμο σταμάτησαν τον πόλεμο για να διευκολύνουν την ειρήνευση στην Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει συνθηκολόγηση. Σημαίνει απόλυτη προσήλωση στο συμφέρον της πατρίδας, που δε θέλαμε να δούμε ολοκληρωτικά κατεστραμμένη.

Οι αιτίες της έκβασης του Εμφυλίου πολέμου


Σύμφωνα με κάποιους ιστοριογράφους και πολιτικούς αναλυτές, το "κομμουνιστικό εγχείρημα" στην Ελλάδα (1946-1949) κρίθηκε ουσιαστικά από τη μη ανατροπή των ζωνών επιρροής, όπως είχαν καθοριστεί στη Διάσκεψη της Γιάλτας. Αυτή η εξήγηση θεωρεί de facto ιστορικά σωστές τις εξιστορήσεις του Τσώρτσιλ περί "μυστικής συμφωνίας" στη διάσκεψη της Γιάλτας, δεν εξηγεί όμως ικανοποιητικά τις εξελίξεις τόσο στην Ελλάδα όσο και σε μια σειρά από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες [ref missing /comment within facts]. Ταυτόχρονα, με τον όρο "κομμουνιστικό εγχείρημα", η μια πλευρά αναφέρεται στον κίνδυνο απώλειας της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας της από τις δυνάμεις του ΚΚΕ, ενώ το ίδιο το ΚΚΕ, με τον όρο αυτό, αναφέρεται, στα κείμενα του, στην πρώτη απόπειρα επαναστατικής αλλαγής στην Ελλάδα, σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ο περιορισμός, σύμφωνα με τις πηγές αυτές, τελικά του ΔΣΕ, το χειμώνα του (1948-1949), στα ορεινά συγκροτήματα της Δυτικής Μακεδονίας, στα σύνορα της χώρας με την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία, η αποτυχημένη προσπάθεια της μάχης της Φλώρινας (11-15 Φεβρ. 1949) και η φυγή προς τη Γιουγκοσλαβία περίπου 5.000 Σλάβων, μέχρι τα τέλη του Ιουλίου 1949, αποτέλεσαν τον αποφασιστικό προπομπό της επερχόμενης ήττας [ ref missing].

Ο Εμφύλιος Πόλεμος κρίθηκε, στην πράξη, από τους ίδιους τους συσχετισμούς δυνάμεων. Αν συνυπολογίσουμε όμως, τις απώλειες και τη στρατολογία, προκύπτει ότι από τις τάξεις του ΔΣΕ πέρασαν περίπου 100.000 αντάρτες, σε όλη τη διάρκεια της δράσης του.[εκκρεμεί παραπομπή] Από την άλλη, στο "εθνικό" στρατόπεδο, αν συνυπολογίσουμε όλες τις φίλιες με το στρατό δυνάμεις, πέρασαν, στα 3 χρόνια του εμφυλίου, πάνω από 450.000 ένοπλοι.[εκκρεμεί παραπομπή] Χαρακτηριστικές ήταν οι συγκεντρώσεις δυνάμεων, στην τελευταία φάση του εμφυλίου, στα βουνά του Γράμμου και του Βιτσίου. Εκεί παρατάχθηκαν πολλές μεραρχίες του εθνικού στρατού (σχεδόν 90.000 άνδρες), και μάλιστα η VIII ήταν ενισχυμένη με σχεδόν διπλάσια δύναμη από την οργανική της, ενάντια σε ένα σύνολο 4.500 ανταρτών στο Γράμμο και 7.500 στο Βίτσι. Πέρα από τους αριθμούς των μάχιμων, καταλυτικός παράγοντας στην ήττα του ΔΣΕ ήταν η πενιχρή δυνατότητα ανεφοδιασμού του, η ανυπαρξία μηχανοκίνητων μονάδων και αεροπορίας από τις τάξεις του, η μόνιμη έλλειψη ναρκών και συρματοπλεγμάτων, η πενιχρή χρήση πυροβολικού, ενώ όλα αυτά περίσσευαν στην αντίπαλη παράταξη. Πέραν τούτου, σημαντική είναι και η σύνθεση των μονάδων. Αντίθετα με την κλασική σύνθεση του εθνικού στρατού, στο δημοκρατικό στρατό, στον οποίο, τυπικά, υπήρχε παρόμοια διαρθρωτική δομή με τις δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού, υπήρχαν πολλοί νέοι, από 15 ως 19 χρονών, που έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός κατευθείαν στο πεδίο της μάχης, χωρίς να υπάρχει πολλές φορές χρόνος για την εκπαίδευσή τους.

Παρά τις αδυναμίες του ΔΣΕ, ο Νίκος Ζαχαριάδης, που ουσιαστικά ήταν ο ηγέτης του, επέμενε στη μετατροπή της σύγκρουσης από αγώνα φθοράς σε τακτική εκ παράταξης αναμέτρηση, στοιχείο το οποίο, με δεδομένες τις τεράστιες ελλείψεις του ΔΣΕ, βάρυνε καταλυτικά στην τελική έκβαση. (Το ΚΚΕ το 1948 αποφάσισε πως ο ανταρτοπόλεμος έπρεπε να μετατραπεί σε τακτικό, αν ο ΔΣΕ ήθελε να έχει ελπίδες νίκης, άσχετα με το πώς κατέληξε αυτή η προσπάθεια). Μάλιστα, η διαφωνία του Ζαχαριάδη με τον, επικεφαλής της κυβέρνησης του βουνού και αρχιστράτηγο, Μάρκο Βαφειάδη, για το κρίσιμο αυτό ζήτημα στρατηγικού σχεδιασμού, οδήγησε στην περιθωριοποίηση του δεύτερου.Σημαντική ακόμη αιτία της ήττας του ΔΣΕ ήταν η μόνιμη αδυναμία εύρεσης εφεδρειών,[101] καθώς σε συνθήκες τακτικού πολέμου, κερδίζει συνήθως ο στρατός με τις περισσότερες εφεδρείες, αν οι αντίπαλοι είναι ίσης ικανότητας.

Η κυβερνητική παράταξη, την άνοιξη του 1947, με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που διεξήγαγε, φρόντισε να αποκόψει τον αντίπαλό της από την ίδια την κοινωνία, με την υποχρεωτική μετακίνηση των κατοίκων των περιοχών μεικτού ελέγχου. Η μοίρα κάθε αντάρτικου στρατού, που έδρασε μέχρι σήμερα, ήταν στενά συνδεδεμένη με τη σχέση του με τους τοπικούς πληθυσμούς. Ο ΔΣΕ, από το χειμώνα του 1947-1948 και έπειτα, ήταν πλήρως αποκομμένος από την κοινωνία. Βρισκόταν στην ιδιόρρυθμη κατάσταση που από τη μία δε μπορούσε να σταματήσει τον πόλεμο (γιατί τους μαχητές του τους περίμενε η θανατική ποινή) και από την άλλη δεν έβρισκε τρόπο να τον συνεχίσει (γιατί δεν υπήρχε κοινωνία στα "μετόπισθεν" για να τον στηρίξει με την παραγωγή της και τη στρατολογία). Ήταν ένα σύνολο 30.000 ανταρτών που πολεμούσαν μέσα σε ερήμους. Με αυτόν τον τρόπο ο ΔΣΕ στάθηκε ανήμπορος να ανεφοδιάζεται (μέθοδος που απέδωσε τα μέγιστα το 1946) και ο μόνος τρόπος γι' αυτό ήταν τα λάφυρα από τον αντίπαλο (σε περίπτωση επιτυχίας επιθετικών επιχειρήσεων από μεριάς του). Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτές οι επιτυχίες ήταν αριθμητικά λιγότερες από τις αντίστοιχες της κυβερνητικής παράταξης οδήγησε, με μαθηματική ακρίβεια, στη συρρίκνωση των μαχητικών δυνατοτήτων του ΔΣΕ και στο αναπόφευκτο τέλος του, το καλοκαίρι του 1949.

Επίσης, σημαντικός λόγος ήταν ότι, το 1948, ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας Γιόσιπ Μπροζ Τίτο διαφώνησε με τον Ιωσήφ Στάλιν και αποπέμφθηκε από την Κομιντέρν, οπότε και σταμάτησε τη βοήθεια, έκλεισε τα σύνορα στο ΔΣΕ, και επιτέθηκε ανοιχτά στις δυνάμεις του (του ΔΣΕ), όταν το ΚΚΕ τάχθηκε με τη γραμμή Στάλιν (Ιούνιος 1949). Ως τότε, τα τμήματα του ΔΣΕ μπορούσαν να υποχωρήσουν στη Γιουγκοσλαβία, να νοσηλεύσουν τραυματίες, να ανεφοδιαστούν κάπως (όσο επέτρεπαν τα όρια της διεθνούς διπλωματίας και η πίεση του Ψυχρού πολέμου, που είχε ξεκινήσει). Με αυτόν τον τρόπο, μπήκε ένα ακόμη εμπόδιο στην άμυνα του ΔΣΕ και όσα τμήματά του κυκλώνονταν από τον αντίπαλο, κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία, ήταν επόμενο να καταστραφούν ή να αιχμαλωτιστούν.

Υποστηρίζεται από πολλές πηγές ότι, ένα ακόμη αίτιο (για την ήττα του ΔΣΕ), ήταν η τοποθέτηση, από τις αρχές του 1949, στην κορυφή της στρατιωτικής ηγεσίας, κατά τις τελικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ΕΣ, του αρχιστράτηγου Παπάγου.Αυτός ήταν εμπειροπόλεμος, καθώς είχε ηγηθεί της ελληνικής εποποιίας στα αλβανικά βουνά, το 1940-41, και θεωρούταν από τις σημαντικότερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες. Στον αντίποδα, ο ΔΣΕ δε διέθετε στις τάξεις του, παρά ελάχιστους, παλαιούς αξιωματικούς, αφού ο Ζαχαριάδης δεν εμπιστευόταν τους βαθμοφόρους του αστικού προπολεμικού στρατού. Θεωρούσε τον τελευταίο στελεχωμένο κυρίως από βασιλόφρονες, ειδικά μετά την απόταξη όλων των δημοκρατικών στελεχών που είχαν πάρει μέρος στο αποτυχημένο κίνημα του 1935. Έτσι, την πλειοψηφία στις θέσεις ευθύνης των ανταρτών κατείχαν εμπειρικοί, αυτόκλητοι στρατηγοί, πρώην καπεταναίοι του ΕΛΑΣ, εμπειροπόλεμοι μεν στον ανταρτοπόλεμο, από τα χρόνια της Κατοχής, αλλά χωρίς την απαιτούμενη εκπαίδευση στις συνθήκες τακτικής αναμέτρησης, με ό,τι αυτό συνεπάγοταν για την τελική έκβαση της σύγκρουσης.

Σε ψυχολογικό επίπεδο, οι δύο αντίπαλοι χρησιμοποιούσαν ακόμη και εννοιολογικές διατυπώσεις, αφενός για να επηρεάσουν τις κοινωνικές ομάδες που τους υποστήριζαν, αφετέρου για να απαξιώσουν τον εχθρό. Η κυβερνητική πλευρά αποκαλούσε, επίσημα, το ΔΣΕ "Κομμουνιστοσυμμορίτες" ("Κ/Σ") και, ανεπίσημα, ως "Αναρχο-κομμουνιστο-Ληστο-Συμμορίτες", αλλά και "εαμοβούλγαρους" και "σλαβοκομμουνιστές", λόγω της εθνικής τους ανομοιογένειας. Στον αντίποδα, από το ΚΚΕ επιλέχθηκε ο όρος "Μοναρχοφασίστες" και "Μοναρχοφασιστικός Στρατός" ,αλλά και "Αμερικανόδουλοι".

Επιπλέον, ο παράγοντας "έθνος" έπαιξε ακόμη εναν κεφαλαιώδη ρόλο στην πρόγνωση της σύγκρουσης, αφού στη συλλογική συνείδηση η τριετία 1946-49, με τον ένοπλο ταξικό[102] (κυρίως) αγώνα της Αριστεράς, απείχε παρασάγγας από την παλλαϊκή Εθνική Αντίσταση, της περιόδου 1941-44. Έντεχνα, η κυβερνητική πλευρά εκμεταλλεύτηκε τις αρνητικές εντυπώσεις, που προκάλεσαν στην κοινή γνώμη, οι αναγγελίες του Ζαχαριάδη για δικαίωση των σλαβόφωνων μαχητών του ΔΣΕ, με τη δημιουργία ανεξάρτητης Μακεδονικής κρατικής οντότητας, στοιχείο που βάρυνε αρνητικά για την πλευρά των ανταρτών, μετά το τέλος της αναμέτρησης.

Θύματα


Το διάστημα 1946-1949, οι νεκροί κυμαίνονται στους 30000. Συγκεκριμένα, στις μάχες του Γράμμου- Βιτσίου, το 1948, που διήρκεσαν πάνω από 2 μήνες (Ιούνιος-Αύγουστος), σκοτώθηκαν 7 έως 12 χιλιάδες άτομα, ανάλογα με τις εκτιμήσεις των διαφόρων ιστορικών.[103]

Απώτερες συνέπειες


Η τραγωδία συνεχίστηκε, τα επόμενα χρόνια, στα στρατοδικεία, με χιλιάδες στρατιωτών του ΔΣΕ φυλακισμένους, και μαζικές εξορίες στα ξερονήσια του Αιγαίου (Άη Στράτης, Μακρόνησος, Γυάρος). Οι διωγμοί και οι συστηματικοί βασανισμοί αριστερών εξακολούθησαν για πολλά χρόνια και τελείωσαν ουσιαστικά με τη Μεταπολίτευση, μετά την πτώση της Χούντας, το 1974.

Μία άλλη επίπτωση ήταν ο εξαιρετικά μεγάλος αριθμός των προσφύγων ή με τη βία μετακινηθέντων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και χιλιάδες παιδιά, που είτε στάλθηκαν από το ΔΣΕ σε ανατολικές χώρες, είτε μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε "παιδουπόλεις"), κυρίως στη βόρεια Ελλάδα. Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τα χωριά τους, είτε για να μη βρεθούν στο επίκεντρο των μαχών μεταξύ Κυβερνητικού στρατού και ανταρτών, είτε επειδή εξαναγκάστηκαν, κατά τη διάρκεια των μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Εθνικού Στρατού, ώστε να αποκοπεί με οποιαδήποτε τρόπο ο εφοδιασμός έμψυχου υλικού των ανταρτικών τμημάτων, είτε πάλι λόγω της βίαιης προσαγωγής τους από το ΔΣΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το σοβαρότατο πρόβλημα προσέλευσης μαχητών. Χαρακτηριστική του αριθμού των προσφύγων είναι η αναφορά στο "Μνημόνιο για το ελληνικό προσφυγικό πρόβλημα", που εστάλη, στις 8 Οκτωβρίου 1949, προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών από την Ελληνική κυβέρνηση. Εκεί, ο πρωθυπουργός, Κ. Τσαλδάρης, δήλωνε πως ο αριθμός των καταφυγόντων και φυγόντων του εμφυλίου πολέμου ανερχόταν σε 684.607 ανθρώπους (μεταξύ των οποίων 77.822 καταφυγόντες από την πληττόμενη περιοχή της πόλης της Καστοριάς). Από αυτούς, αναφέρεται (στο ίδιο) ότι 166.000 πρόσφυγες είχαν επαναπατρισθεί ως τότε και άλλοι 225.000 θα επαναπατρίζονταν σύντομα. Επίσης, μέχρι το 1956, υπήρχαν αιχμάλωτοι στρατιωτικοί του Εθνικού Στρατού σε στρατόπεδα εργασίας στην Αλβανία και σε άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ.

Ο απόηχος


Ο Εμφύλιος Πόλεμος αποτελεί την κορυφαία και την τραγικότερη αντιπαράθεση στην ελληνική κοινωνία, από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Η χώρα θα ρημάξει κυριολεκτικά στα χρόνια της εμφύλιας σύρραξης, θα αλλάξει η ανθρωπογεωγραφία της χώρας, καθώς ερημώνονται εκτεταμένες, ορεινές κυρίως, ζώνες, με εκατοντάδες χιλιάδες καταφυγόντες, ενώ τίθεται σε ισχύ καθεστώς εκτάκτων μέτρων. Ταυτόχρονα, μεγάλη φτώχεια μαστίζει το λαό. Αρχικά, με βάση και ψηφίσματα του ΟΗΕ, ο πόλεμος ονομάστηκε επισήμως<<Συμμοριτοπόλεμος>> και αυτή η ονομασία διατηρήθηκε επί πολλές δεκαετίες από τους νικητές αυτής της σύρραξης. Το 1989, με τη συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας - Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου [Ενιαίου Συνασπισμού κομμάτων της Αριστεράς (ΚΚΕ-ΕΑΡ)] καθιερώθηκε και επισήμως η ονομασία «Εμφύλιος»[εκκρεμεί παραπομπή], η οποία ήταν ήδη σε κοινή χρήση. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος είναι στην ουσία η πρώτη πράξη του ψυχρού πολέμου που θα αιωρούταν πάνω από την παγκόσμια πολιτική, στρατιωτική και οικονομική σκηνή τα επόμενα χρόνια.

Ιστοριογραφικές οπτικές


Σύμφωνα με τη μετεμφυλιακή, εθνικόφρονα ιστοριογραφία, ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ο «τρίτος γύρος» ενός ένοπλου αγώνα, που ξεκίνησε με τις συγκρούσεις μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων, κατά τη διάρκεια του 1943 («πρώτος γύρος»), και τις μάχες στην Ήπειρο και την Αθήνα, το Δεκέμβριο του 1944 («δεύτερος γύρος»).[104] Αυτές οι φάσεις είναι ξεχωριστές, διότι η κάθε μια έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, αλλά και στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους διότι, τελικά, θα καθορίσουν τον εσωτερικό και διεθνή προσανατολισμό της Ελλάδας, για τα επόμενα χρόνια[105]. Αυτή τη θεώρηση την επανέφερε μια ομάδα πολιτικών επιστημόνων (με τη συνδρομή ιστορικών)[106] που ήρθε σε σκληρή διένεξη με ιστορικούς της αριστεράς.[107][108]

Ορισμένοι σύγχρονοι (αρχές του 21ου αι.) ιστορικοί διαπιστώνουν ότι υπήρξαν ή υπάρχουν δύο κεντρικές ιστοριογραφικές εκδοχές των γεγονότων της δεκαετίας του 1940-50: η "εκδοχή των νικητών" και η "εκδοχή των ηττημένων". Και οι δύο καθορίζονται από τις ιδεολογικές συγκρούσεις της δεκαετίας του '40[109] και χαρακτηρίζονται ως στρατευμένες και υποταγμένες σε πολιτικές αναγκαιότητες.[110] Στις δύο αυτές μυθικές εκδοχές της ιστορίας ο κόσμος χωρίζεται σε δύο άκρα, όπου το ένα εξιδανικεύεται και το άλλο δαιμονοποιείται, χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις και γκρίζες ζώνες.

Μετά τη λήξη του εμφυλίου, επικράτησε η εκδοχή των νικητών, σύμφωνα με την οποία το ΕΑΜ ήταν απλώς το προκάλυμμα των κομμουνιστών για να καταλάβουν την εξουσία. Αφού το ΚΚΕ απέτυχε να πάρει την εξουσία ειρηνικά, το 1944, το επιδίωξε με τη βία και με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που οδήγησε στον Εμφύλιο. Τα χρησιμότερα στοιχεία αυτής της ιστοριογραφίας ήταν η δημοσίευση, από το Κράτος, των απομνημονευμάτων μεγάλων στρατιωτικών ηγετών του Κυβερνητικού στρατού. Οι πρώτες αριστερές ιστορικές ερμηνείες του Εμφυλίου άρχισαν να εμφανίζονται στη δεκαετία του 1960. Η βασική γραμμή αυτής της ιστοριογραφίας ήταν ότι το ΕΑΜ ήταν μη-κομμουνιστική οργάνωση, με ευρεία λαϊκή βάση, που ζητούσε την απελευθέρωση από ξένες δυνάμεις, αλλά και κοινωνική δικαιοσύνη. Το ΕΑΜ θα ερχόταν στην εξουσία με ειρηνικά μέσα, αν δεν επενέβαιναν οι βρετανικές δυνάμεις, που υποστηρίζονταν από την τοπική ολιγαρχία. Μετά τη δικτατορία του 1967-1974, η αριστερή ιστοριογραφία σχεδόν εκτόπισε τις δεξιές ερμηνείες. Η νίκη του ΠΑΣΟΚ, στις εκλογές του 1981, κατέστησε αυτή την αριστερή ιστοριογραφική εκδοχή κρατική ορθοδοξία, όπως αντίστοιχα είχε γίνει με τη δεξιά ιστοριογραφία, στη δεκαετία του 1950. Η αριστερή άποψη για τον εμφύλιο έγινε η κυρίαρχη στο δημόσιο διάλογο και στα σχολικά βιβλία(?). Αυτό δεν άλλαξε ούτε με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Τους τελευταίους μήνες του 1997, κυκλοφόρησε ένας σημαντικός αριθμός ιστορικών βιβλίων με έντονη συμπάθεια προς την Αριστερά. Η σοβαρή ιστορική έρευνα εμποδίστηκε από την κακή κατάσταση των κρατικών αρχείων, τη μη διαθεσιμότητα των αρχείων του ΚΚΕ και τη μαζική καύση των ατομικών φακέλων, που τηρούσε η Αστυνομία, το 1989. Εν τούτοις, μια αναθεωρητική τάση, η οποία εστιάζει περισσότερο στην εποχή της Κατοχής, άρχισε να εμφανίζεται και να λαμβάνει υπόψη τους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Υιοθετεί την "εκ των κάτω" οπτική, με έντονη τάση τοπικής εστίασης, τοποθετεί την ελληνική ιστορία σε ευρύτερη διεθνή συγκριτική προοπτική, και στηρίζεται στην προφορική ιστορία, τις τοπικές σπουδές και τις προσωπικές μνήμες, για να αναπληρώσει την έλλειψη αρχειακού υλικού.[111]

Μετά την αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα, οι ιστορικοί πλέον προσπαθούν να ερευνήσουν την ιστορική αλήθεια για εκείνη την περίοδο.

Δείτε επίσης


Παραπομπές


  1. The Struggle for Greece 1941-1949, C.M.Woodhouse, Hurst & Company, London 2002 (first published 1976), σελ 237
  2. Λαΐου Αγγελική, "Μετακινήσεις πληθυσμού στην ελληνική ύπαιθρο κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου", στο Baerentzen Lars, Ιατρίδης Γιάννης Ο., Smith Ole L. (eds), Μελέτες για τoν εμφύλιο πόλεμο, 1945-1949, Ολκός, Αθήνα 1992, σελ.69-71
  3. Ζαφειρόπουλος Δ., Ο Αντισυμμοριακός Αγών, Αθήναι, 1956, σελ 670. Στους αριθμούς που αναφέρει ο Ζαφειρόπουλος πιθανόν δεν συμπεριλαμβάνει τις απώλειες των ΜΑΥ, ΜΑΔ και Χωροφυλακής
  4. Μαργαρίτης Γιώργος, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, τόμ. 1, εκδ. Βιβλιόραμα (δ΄ έκδοση), Αθήνα 2002, σελ. 51
  5. Για μια σύγκριση των στρατιωτικών απωλειών στους Βαλκανικούς Πολέμους, την Μικρασιατική Καταστροφή, την Ιταλογερμανική επίθεση και τον Εμφύλιο, βλ. Μαργαρίτης, (2002), σελ. 51.
  6. ΣΥΜΜΟΡΙΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ . 
  7. Φοίβος Γρηγοριάδης: Ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου 1945-49 (Το Δεύτερο Αντάρτικο)
  8. Στάλιν: «Οι Έλληνες έκαναν μια ανοησία»
  9. Αναλυτικά : Κλόουζ Ντέιβιντ, Οι Ρίζες του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα 2003, σελ. 17-106. Και συνοπτικά : Σβορώνος Νίκος, «Τα κύρια προβλήματα της περιόδου 1940-1950», στο: Ιατρίδης Γιάννης, Η Ελλάδα στη Δεκαετία 1940-1950, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2006, σελ. 21-38.
  10. Κλόουζ Ντέιβιντ, «Εισαγωγή», στο: Κλόουζ Ντέιβιντ (επιμ.), Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος. Μελέτες για την πόλωση, Φιλίστωρ, Αθήνα 1997, σελ. 18.
  11. Φλάισερ Χάγκεν, Στέμμα και σβάστικα, έκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1988, τόμ. 1, σελ. 157-161.
  12. Φλάισερ (1988), σελ. 146-7. Χανδρινός Ιάσων, 1941-1944 Η Εθνική Αντίσταση, Η αληθινή ιστορία του ελληνικού αντάρτικου, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα 2007, σελ. 20.
  13. Θανάσης Χατζής: Η ΝΙΚΗΦΟΡΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ (ΤΕΤΡΑΤΟΜΟ-ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ) [νεκρός σύνδεσμος]
  14. Smith Ole, "«Ο πρώτος γύρος» Εμφύλιος πόλεμος κατά την κατοχή, στο Κλόουζ Ντέιβιντ (επιμ.), (1997) σελ.89
  15. Φλάισερ Χάγκεν, Στέμμα και σβάστικα, έκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1995, τόμ. 2 σελ. 226.
  16. Σακελλαρόπουλος Τάσος, «Οι ένοπλες δυνάμεις, συμμαχίες και διχασμοί στη Μέση Ανατολή 1941-1944», στο: Παναγιωτόπουλος Βασίλης (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000 Η Εμπόλεμη Ελλάδα 1940-1950, τόμ. 8ος. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σελ. 169.
  17. Φλάισερ (1988) σελ. 187.
  18. Εμφύλια Πάθη, Καλύβας,Μαραντζίδης, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ.192-193
  19. Εμφύλια Πάθη, Καλύβας,Μαραντζίδης, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ.194-196
  20. Εμφύλια Πάθη, Καλύβας,Μαραντζίδης, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ.194-197
  21. Smith O, (1997), σελ. 91.
  22. Νικολακόπουλος Ηλίας, «Η επιστροφή των Βουρβόνων» , εφημ. Τα Νέα, 19 Δεκεμβρίου 2009.
  23. Ο Όλε Σμιθ υποστηρίζει ότι κατά του Βασιλιά των Ελλήνων ήταν το 80% του ελληνικού πληθυσμού. Βλ. Smith O, (1997), σελ. 96.
  24. Smith O, (1997), σελ. 91-2.
  25. Στέμμα και Σβάστικα, τόμος 2, σελ. 214
  26. Β. Τζούκας, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο
  27. Στέμμα και Σβάστικα, τόμος 2, σελ. 224-226
  28. Φλάισερ (1995), σελ. 225-6.
  29. Στέμμα και Σβάστικα, τόμος 2, σελ. 218-219, 224-226
  30. Ημερολόγιο στρατηγού Ναπ. Ζέρβα, σ. 333-334
  31. Αρχείο ΕΔΕΣ,4/10/1943
  32. Φλάισερ (1995), σελ. 226.
  33. Αιματοβαμμένο Έντελβαϊς. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944 (2 τόμοι) (Blutiges Edelweiß. Die 1. Gebirgs-Division im Zweiten Weltkrieg), ελληνική έκδοση Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009. ISBN 978-960-05-1423-0 (τόμος Α΄) και ISBN 978-960-05-1425-4 (τόμος Β΄), σελ. 121-123.
  34. Φλάισερ (1995), σελ. 233, 240.
  35. Smith O, (1997) σελ. 97.
  36. Εμφύλια Πάθη, Καλύβας, Μαραντζίδης, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ.199
  37. Εμφύλια Πάθη, Καλύβας,Μαραντζίδης, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ.192-193
  38. Σακελλαρόπουλος (2003), σελ. 174-5.
  39. Σακελλαρόπουλος (2003), σελ.175-6
  40. Σακελλαρόπουλος (2003), σελ. 177.
  41. Κλόουζ (2003) σελ.182
  42. Βάλλας Κ., «Στάσεις και κινήματα» Αρχειοθετήθηκε 2012-09-06 στο Wayback Machine., εφημ. Καθημερινή, περιοδικό 7 Ημέρες, 28-29 Οκτωβρίου 2000, σελ. 24-25.
  43. Κλόουζ (2003), σελ. 181, 187.
  44. «Σαμπατάκης Θεόδωρος, "Oι διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς", εφημ. "Καθημερινή", 10 Oκτωβρίου 2004» . Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Αυγούστου 2012. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2012. 
  45. Χατζηβασιλείου Ευάνθης, ΠΕΑΝ (1941-1945). Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 2004, σελ. 258-9.
  46. Καλογρηάς Βάιος, Το αντίπαλο δέος: Οι εθνικιστικές οργανώσεις αντίστασης στην κατεχόμενη Μακεδονία (1941-1944), University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 367.
  47. Μπέλσης, Κώστας (2016). «Αυτόγραφο απομνημόνευμα Διονυσίου Πετράκου (1940-1950)» . Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ). Πάντειο Παν/μιο. Ανακτήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2019. 
  48. Για τις μορφές εξουσίας του ΕΑΜ, βλ. Λυμπεράτος Μιχάλης, «Η κοινωνική φυσιογνωμία του ΕΑΜ», στο ΕΑΜ: 70 Χρόνια από την ίδρυσή του, εκδ. Ελευθεροτυπία, 2011, σελ. 109-149.
  49. Κολιόπουλος Ιωάννης, Η Μακεδονία σύνορο δύο κόσμων (1945-1949 Αρχειοθετήθηκε 2012-01-28 στο Wayback Machine.) και Μαρατζίδης Νίκος, Το Κράτος του Γράμμου όψεις της κομμουνιστικής εξουσίας στην Ελλάδα, 1943-1949, στο Μιχαηλίδης Ιάκωβος Δ., Μουρέλος Ιωάννης (2007) σελ. 89. Επίσης Καλλιανιώτης Θανάσης Αλήθεια και προπαγάνδα στον τύπο της Δυτικής Μακεδονίας: 1941-1944 .
  50. Herman Frank Mayer, «Η Γενιά των πατέρων μας απέτυχε οικτρά» Αρχειοθετήθηκε 2014-10-30 στο Wayback Machine..
  51. Σφήκας, Θανάσης, «Οι ελιγμοί των δύο διεκδικητών της εξουσίας Αρχειοθετήθηκε 2012-02-08 στο Wayback Machine.» εφημ. Καθημερινή, 3 Απριλίου 2011.
  52. Λυμπεράτος Μιχάλης, «Οι μάχες στο Σωτηρία και στου Μακρυγιάννη στην Αθήνα των Δεκεμβριανών», στο Δεκέμβρης '44: Οι μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, εκδ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2010, σελ. 38.
  53. Αλιβιζάτος, Νίκος (1995). Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974: Όψεις της ελληνικής εμπειρίας. Θεμέλιο. σελίδες 451–457. 
  54. Γ. Μαργαρίτης, "Η κρίση της αποθησαύρισης - Η μετατροπή των εισοδημάτων σε περιουσιακά στοιχεία στα χρόνια της Κατοχής 1941 - 1944", στο ένθετο περιοδικό "Ε-Ιστορικά" με τίτλο "Γερμανικές αποζημιώσεις - Μια προδομένη υπόθεση - Το κόστος της Κατοχής σε αίμα και χρήμα", Αθήνα Ιούνιος 2010, σελ. 106
  55. Σφήκας Θανάσης, Πόλεμος και Ειρήνη στη στρατηγική του ΚΚΕ 1945 1949, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα 2001, σελ. 67-8. Με έντονα γράμματα είναι η δήλωση του Ζαχαριάδη στον πρεσβευτή της ΕΣΣΔ στην Ελλάδα Ροντιόνοφ σε συνάντηση που είχαν στις 4 Μαΐου.
  56. Θανάσης Σφήκας: «Ο τελευταίος πειρασμός του ΚΚΕ», σελ. 154 [1]
  57. Ηλίας Νικολακόπουλος, «Μετά τα Δεκεμβριανά». Στον 8ο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σελ. 214.
  58. Νικολάκόπουλος (2003), σελ. 214-5
  59. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο» . Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 20 Μαρτίου 2012. , εφημ. Καθημερινή 18 Σεπτεμβρίου 2011.
  60. Οικονομίδης Φοίβος, Υψηλάντης: Ετσι χτυπήσαμε στο Λιτόχωρο , εφημ. Ελευθεροτυπία, 4-4-2009
  61. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Το πρώτο έτος του Αντισυμμοριακού Αγώνος 1946, έκδ. ΔΙΣ, Αθήναι 1971, σελ. 44.
  62. Εφημερίδα "Ριζοσπάστης", φύλλο της 1ης Απριλίου 1946, σελ.1. Ρεπορτάζ με τίτλο «Οι Αρχές και οι συμμορίες σκηνοθετούν δήθεν επιθέσεις κομμουνιστών. Προσοχή στις άτιμες προκλήσεις»
  63. https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/12/30/gcw-776/
  64. Ριζοσπάστης Οι ένοπλες συγκρούσεις μετά το Λιτόχωρο
  65. Ριζοσπάστης [νεκρός σύνδεσμος] Οι πρώτες εκτελέσεις με το Γ΄ Ψήφισμα
  66. Καθημερινή Αρχειοθετήθηκε 2012-01-31 στο Wayback Machine.
  67. Ριζοσπάστης Η ίδρυση του ΔΣΕ
  68. Εφημ. Ελευθερία , 16 Νοεμβρίου 1946, σελ. 4, και ΔΙΣ/ΓΕΣ (1971) σελ. 146-148.
  69. 69,0 69,1 69,2 Καθημερινή Αρχειοθετήθηκε 2012-01-30 στο Wayback Machine. Η πρώτη φάση του Εμφυλίου
  70. Ρίστοβιτς Μίλαν, Το ζήτημα της γιουγκοσλαβικής στρατιωτικής βοήθειας προς τον Δημοκρατικό στρατό Ελλάδας, 1946-1949, στο Μιχαηλίδης Ι. Δ., Μουρέλος Ι (2007), σελ. 98.
  71. Ρίστοβιτς, σελ. 98-99.
  72. Βερβενιώτη Τασούλα, «Οι μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», στο: Νικολακόπουλος Ηλίας, Ρήγος Άλκης, Ψαλλίδας Γρηγόρης (επιμ.), Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Θεμέλιο, Αθήνα 2002, σελ. 128.
  73. Αφιερώματα - Το Δόγμα Τρούμαν
  74. Ριζοσπάστης Το Δόγμα Τρούμαν και η πολιτική της υποτέλειας
  75. Ριζοσπάστης Το χρονικό της Νιάλας
  76. Το Έθνος Αρχειοθετήθηκε 2015-04-26 στο Wayback Machine. Συμφιλίωση μέσα στη χιονοθύελλα
  77. Ριζοσπάστης Ο «Ριζοσπάστης» εκτός νόμου
  78. Ριζοσπάστης Η Ελλάδα σιδηροδέσμια και το ΚΚΕ εκτός νόμου
  79. Αφιερώματα - Η δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου
  80. ΟΗΕ, ψήφισμα 109(ΙΙ) Threats to the political independence and territorial integrity of Greece.
  81. Ζολώτα, Αναστασίου Π. (Δεκέμβριος 1999). Εμφύλιος πόλεμος: 1946-1949. Έργον της Σοβιετικής Ρωσίας δι'ελληνικών χειρών. Αθήναι. 
  82. Αφιερώματα - Ο κανονιοβολισμός της Θεσσαλονίκης
  83. 83,0 83,1 Καθημερινή [νεκρός σύνδεσμος] Το αιματοβαμμένο 1948 του Εμφυλίου
  84. Αφιερώματα - Η δολοφονία του Τζορτζ Πολκ
  85. Καθημερινή [νεκρός σύνδεσμος] Η Θεσσαλονίκη των πολιτικών δολοφονιών
  86. Ριζοσπάστης [νεκρός σύνδεσμος] Η μεγάλη νίκη του ΔΣΕ στο Μάλι – Μάδι
  87. Ριζοσπάστης [νεκρός σύνδεσμος] Η επιχείρηση του ΔΣΕ στην Καρδίτσα
  88. Τα Νέα Όταν η Ελλάδα πλημμύρισε δολάρια
  89. Το Έθνος Αρχειοθετήθηκε 2015-04-25 στο Wayback Machine. Η «έκθεση Πόρτερ»... πυξίδα για τη βοήθεια
  90. Καθημερινή Αρχειοθετήθηκε 2011-07-26 στο Wayback Machine. Το «παιδομάζωμα» και το «παιδοφύλαγμα»
  91. Ριζοσπάστης Αρχειοθετήθηκε 2014-07-30 στο Wayback Machine. Ποιος έκανε αλήθεια «παιδομάζωμα»;
  92. leonidion.gr Η μάχη του Λεωνιδίου
  93. leonidion.gr Αρχειοθετήθηκε 2013-11-20 στο Wayback Machine. Η μάχη του Αγίου Βασιλείου Κυνουρίας
  94. Ριζοσπάστης Η Μάχη της Νάουσας
  95. "Το Χρονικό του 20ου Αιώνα" - 'Η αιματηρή πενταετία 1945-1949: Το ημερολόγιο του εμφυλίου πολέμου' (έκδοση "Δομική"), σελ. 17 - 20
  96. "Το Χρονικό του 20ου Αιώνα", ο.π.
  97. The World Today, E΄ (1949): 489 και Woodhouse, M.C., The Struggle for Greece, 1941-1949, Λονδίνο 1976
  98. Ρίστο Κυργιαζόφσκι (Kirjazovski) Μακεντόσκατα πολίτισκα εμιγκράτσια., Σκόπια 1989
  99. Το Βήμα Αρχειοθετήθηκε 2017-12-17 στο Wayback Machine. Γράμμος-Βίτσι Αύγουστος 1949
  100. «Ο "Τρίτος Γύρος" έληξε» , εφημερίδα Ελευθερία, 18/10/1949.
  101. Στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (10-14/10/1950) Ο Νίκος Ζαχαριάδης προσπαθώντας να ανακαλύψει τα αίτια της ήττας αναφέρει: «Ήσαν μέλη ακαταστάλαχτα, αδιαμόρφωτα, αδιαπαιδαγώγητα, όπως τα μαζεύαμε με τις καμπάνες», επιμ. Π.Ροδάκη-Μ.Γραμμένου, Αθήνα 1988 σελ. 63,82,136,273, 355-56
  102. «ΚΚΕ: "Η τρίχρονη εποποιία διδάσκει το σήμερα . Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2015. 
  103. Εμφύλια Πάθη, 23+2 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμφύλιο, Καλύβας-Μαραντζίδης, εκδόσεις μεταίχμιο, σελ.51-53
  104. Voglis & Nioutsikos 2017, σελίδες 318-9 Sakkas 2013 Mazower 1995, σελ. 503 Ο Ιωάννης Κολιόπουλος, στην μελέτη του «Η Μακεδονία σύνορο δύο κόσμων (1945-1949) Αρχειοθετήθηκε 2012-01-28 στο Wayback Machine.», αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο σκληρός ανταρτοπόλεμος που διεξήγαγε το ΚΚΕ εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, δηλαδή εναντίον των παλαιών κομμάτων που συνιστούσαν το Κέντρο και τη Δεξιά της εποχής, ο πόλεμος αυτός που καθιερώθηκε να ονομάζεται «Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος», άρχισε ουσιαστικά το φθινόπωρο του 1943, όταν το ΚΚΕ διά του ΕΛΑΣ επιχείρησε και εν πολλοίς επέτυχε να θέσει εκτός μάχης ανταγωνιστικές αντιστασιακές οργανώσεις, όπως η ΠΑΟ στη Μακεδονία. Πήρε τη μορφή επιχειρήσεως από το ΚΚΕ για τον έλεγχο της χώρας, από την αποχώρηση των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων έως τη συντριβή του ΕΛΑΣ στην Αθήνα και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, παρουσίασε εν συνεχεία ύφεση έως το φθινόπωρο του 1946, για να ενταθεί κατόπιν και να εξελιχθεί σε σκληρή ιδεολογικοπολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση έως το θέρος του 1949 και την οριστική ήττα του ΚΚΕ.».
  105. Iatrides John O., Το διεθνές πλαίσιο του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, στο Νικολακόπουλος Ηλίας, Ρήγος Άλκης, Ψαλλίδας Γρηγόρης (επιμ.), Ο Εμφύλιος Πόλεμος, Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Θεμέλιο, Αθήνα 2002, σελ. 31-32. Επίσης για την χρονολογική μετατόπιση της έναρξης του Εμφυλίου, βλ. Μαρατζίδης Νίκος και Καλύβας Στάθης,Nέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου , εφημ. Τα Νέα, 20 Μαρτίου 2004, και για την αντίθετη άποψη, βλ. Ηλίας Νικολακόπουλος, "Στρογγυλή Τράπεζα", στο Μιχαηλίδης Ιάκωβος Δ., Μουρέλος Ιωάννης, Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος. Μια αποτίμηση: Πολιτικές, ιδεολογικές, ιστοριογραφικές προεκτάσεις, Ελληνικά Γράμματα και Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Αθήνα 2007, σελ 198-199.
  106. Μαζάουερ Μάρκ, «Kανένας από τους μύθους δεν αντέχει πλέον…» , εφημ. Τα Νέα, 20 Μαρτίου 2004.
  107. Θανάσης Σφήκας «Μια άλλη συζήτηση που "μυρίζει ναφθαλίνη": Ο Μελιγαλάς, το κονσερβοκούτι και η αναθεώρηση της Ιστορίας» .
  108. Ιός Η ΝΕΑ "ΣΟΒΙΕΤΟΛΟΓΙΑ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Εκσυγχρονισμένα κονσερβοκούτια
  109. Μαραντζίδης Ν., "Η διαχείριση της μνήμης ως πολιτικό εργαλείο: Η συλλογική μνήμη της βίας στο μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα." Ανακοίνωση στην Επιστημ. Συνάντηση "Η Εμφύλια Βία", Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 18-19 Οκτ. 2002. Αναφέρεται στο Καλύβας Στάθης, "Εμφύλιος Πόλεμος (1943-1949): Το τέλος των μύθων και η στροφή προς το μαζικό επίπεδο", Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχ. 11, 2003, σ. 38.
  110. Ελεφάντης Α., "Μας πήραν την Αθήνα ... Ξαναδιαβάζοντας μερικά σημεία της ιστορίας 1941-1950". Αθήνα, εκδ. "Βιβλιόραμα", 2002, σ. 23. Αναφέρεται στο Καλύβας Στ. (2003), σ. 38. Αρχειοθετήθηκε 2015-12-17 στο Wayback Machine.
  111. Kalyvas Stathis, "The Greek Civil War in Retrospect", στο Correspondence: An International Review of Culture and Society, 4, σ.11

Πηγές


Βιβλία

Άρθρα στο Διαδίκτυο, σε εφημερίδες και περιοδικά

Περαιτέρω μελέτη


Βιβλιογραφίες

Ιστοριογραφίες

Αρχειακές πηγές

Γενικά έργα

Ειδικά έργα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι





Κατηγορίες: Ελληνικός Εμφύλιος 1946 - 1949 | Ψυχρός Πόλεμος | Ελληνοβρετανικές σχέσεις | Ελληνοαμερικανικές σχέσεις | Ελληνοαλβανικές σχέσεις | Επακόλουθα Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου


Ημερομηνια: 15.03.2021 07:32:54 CET

πηγή: Wikipedia (συγγραφείς [ιστορία])    Lizenz: CC-BY-SA-3.0

αλλαγές: Όλες οι εικόνες και τα περισσότερα στοιχεία σχεδίασης που σχετίζονται με αυτές, καταργήθηκαν. Μερικά εικονίδια αντικαταστάθηκαν από το FontAwesome-Icons. Ορισμένα πρότυπα καταργήθηκαν (όπως "άρθρο χρειάζεται επέκταση) ή εκχωρήθηκαν (όπως" hatnotes "). Τα μαθήματα CSS καταργήθηκαν ή εναρμονίστηκαν.
Οι συγκεκριμένοι σύνδεσμοι της Wikipedia που δεν οδηγούν σε άρθρο ή κατηγορία (όπως "Redlinks", "links to the edit page", "links to portal") καταργήθηκαν. Κάθε εξωτερικός σύνδεσμος έχει ένα επιπλέον εικονίδιο FontAwesome. Εκτός από μερικές μικρές αλλαγές του σχεδιασμού, καταργήθηκαν τα μέσα πολυμέσων, οι χάρτες, τα πλαίσια πλοήγησης, οι εκφωνούμενες εκδόσεις και οι μικρο-μορφοποιήσεις Geo.

Παρακαλώ σημειώστε: Επειδή το δεδομένο περιεχόμενο λαμβάνεται αυτόματα από τη Wikipedia τη δεδομένη χρονική στιγμή, μια μη αυτόματη επαλήθευση ήταν και δεν είναι δυνατή.
επικοινωνήστε μαζί μας: ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ.
δείτε επίσης: νομική ειδοποίηση & πολιτική απορρήτου.